Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

φωνή μέσα απ' το συρματόπλεγμα


υπάρχουν κάτι τύποι στα σκονισμένα μου βιβλία
που σου μοιάζουν κάπως
με μια πελώρια νωχελική αναπνοή
και θωρακισμένα στομάχια
και οι νύχτες τους είναι κλειδωμένες στα υπόγεια
τις αμπαρώνουν με τα γαμψά νύχια των τεράτων
που απο μικροί ανάθρεφαν στο παιδικό δωμάτιο
κι οι κραυγές τους είναι τόσο λεπτές
σαν κοριτσίστικες φωνές
μέσα απ' το συρματόπλεγμα.

τα καταφαγωμένα πρόσωπα
δεν έχουν υπόμνημα
που να σε κατευθύνει πώς να ξεθάψεις την αλήθεια τους
είναι μπλεγμένη με τον παραλογισμό των ονείρων
και το αβάσταχτο κενό της σύνθλιψης
μα το βλέμμα τους
είναι αυτό το τόσο καθαρό
είναι η φλεγόμενη γη κι η παγωμένη θύμιση
αντικατοπτρισμός του μεγαλείου και του γελοίου
καρφώνουν με τα μάτια τους τις αντιθέσεις
και γραπώνονται απ' τις παραισθισιογόνες λέξεις
ύπουλη η λήθη κι ανυπόφορη η ανάμνηση
μα είσαι μικρή και άσπιλη
μέσα στο παραμιλητό σου
όταν υγρά τα πρόσωπά τους σε κοιτάζουν
και περιμένουνε να ξεφυλλίσεις κάποτε το χάος

όταν ξεσπάς
σ' ακούν μέσα από τον ταραγμένο μου καθρέφτη
κι αυτόματα η μοναξιά μας αναιρείται




παράλληλο πάρτυ


τσιγάρο;
κοίτα που κοκκίνισες
το ξέρω πως κοκκινίζεις όταν σου μιλάω
και χαμογελάς, ακούς;
έχεις τσιγάρο;
ακούς;
πάνω κάτω κάνω σβούρες στο κενό
και πέφτω επαναλαμβανόμενα στο πάτωμα
συνήθεια κι αυτή
κύκλους διαγράφω στη σιγή του δωματίου
με γυροφέρνω
θα θελα να ξερα πού το πάω
κι αν έχω κάτι για να μεταφέρω
σίγουρα θα κουραστώ με τα πόδια
δεν έχω ελευθερία κινήσεων εδώ
είναι λίγο ασφυκτικά
παρακαλώ μην κλείσεις το τηλέφωνο
είσαι λαμπερή και τρέμεις όταν σε αγγίζω
και παραμιλάς όταν σε χαϊδεύω
είσαι τετραδιάστατη, ασύλληπτη μην κλείσεις
κάνω κωλοτούμπες και σκληραίνουν τα νεφρά μου
άκου το στομάχι μου πώς σκούζει
κάνω γύρους γύρω μου
είμαι αυτιστικός μωρό μου
έχω μια σάπια τρύπα στο κεφάλι
και φοράω ένα σκούφο προϊστορικό
απ' τους πολέμους
κάτι να θυμίζει ιστορία και πλεκτάνες
η κόλαση έχει ενδιαφέρον
κι η μανία προκαλεί το συμβάν
η ακινησία είναι εμετός καρδιά μου
έχεις τσιγάρο;

you bastard
με τα μεγάλα λόγια και τα υπονοούμενα
με το μυαλό που φεύγει συνεχώς και το κυνηγάς στους διαδρόμους
άναψε το μικρό φωτάκι και ξετσίμπλιασε λίγο τα μάτια σου
μέσα στο σύμπαν σου μια υπόνοια ζωής που ξαγρυπνάει
σ' εκδικείται για τις επιλύσιμες θεωρίες και τα αιώνια παράδοξα
η σκέψη οδηγεί στην απώλειά σου
απώλεια βάρους, απώλεια χρόνου
απώλεια στιγμών
από και προς την ανυπαρξία

διάβασε μου το χρονικό μιας αποσύνθεσης
να  νιώσω τρωκτικό στα νυφικά σεντόνια σου
Μαρία ή Μίριαμ
εκολατόμενη μάγισσα
δεν βλέπω τίποτα, θολώνει ο χώρος
είσαι νεκρή, και χτυπιέσαι δίπλα μου
με τα βιολογικά σου χέρια
κάθε σου κίνηση με τρέφει μέσα απ' την απόλυτη απάθειά σου
θεά του υπόηχου και της συρρίκνωσης
ανοιγοκλείνεις το τεράστιο αιδοίο σου κατασπαραχτικά
εντός μου
φράκταλ ενώνονται και απωθούνται μέσα στο οπτικό σου πεδίο
είσαι φυγόκεντρη ύλη
είσαι μολύβι για τους νέους φυλακισμένους
η σάπια σκόνη που καταπίνουν (τεράστια ποσά σάπιας σκόνης
και μούχλας)
μέσα στα υγρά κελιά τους
γλείφουν τα έντομα των τοίχων
-άσε με να γίνω ένα υποχθόνιο τρωκτικό στα νυφικά σεντόνια σου-
να κατατρώω τις συνήθειές σου
και να πηγαινοέρχομαι στις τρύπες των τοίχων του πατρικού σου σπιτιού
αγαπημένη
με τα σχισμένα υφάσματα
και τα στολίδια τα βαριά, τα αφόρετα
δώσμου -

σταμάτα, με περιμένουνε
κι εσύ καλά θα κάνεις να ηρεμήσεις
βούλωσέ το, σκάσε
ανυπόφορε, μ' έχεις σκοτώσει
με τα φαντάσματά σου
σου χω πει να μην τα κουβαλάς στο σπίτι, διάολε
μπορώ απλά να κλείσω τη γραμμή
το σύρμα στο κεφάλι μου
να κόψω

παρορμητική
η γυναικεία φύση σου με ξεπερνά
διχάζομαι, σου λέω σχίζομαι κομμάτια
μοναχική μου ασθένεια
φωνή απ' το πουθενά μου
φώτισε -

σκάσε, σταμάτα, δίνε του
ο χώρος μου βυθίζεται στη βούλησή σου
πάλι με χάνω
με περιμένουν, έχω κόσμο σου λέω
έχω φωνές, υπάρχουν άνθρωποι
σε αυτά τα δωμάτια
μη με ακούς
(μη μου μιλάς)
συγνώμη
παραφέρθηκα, αφέθηκα καρδιά μου
παρατημένε εαυτέ κι αρσενική μου όψη
φεύγω, κλείδωσε να μη σε βρουν εδώ
πού είσαι τρέμω πάλι
και τα φώτα δεν ανάβουν
πυρκαγιά
σύνθλιψη κρανίων
πάλλομαι ακόμα, λαθρεπιβάτης
στο δικό μου πλοίο
αυτοανατινάσσομαι
κι αυτοανακηρύσσομαι βασίλισσα
του χάους σου
αγάπα με σκληρά

διακόπηκε, δεν σε ακούω
μην κλείνεις διάολε
δεν είμαι ακόμα έτοιμος να με ανεχτώ
μην κλείνεις, πρόσεξε! θα σε σκοτώσω
κι έτσι θα γίνω λίγο πιο πραγματικός από εσένα
πρόσεξε!
η γη διχάζεται, και δεν μπορώ να σε διακρίνω πάλι
το δωμάτιο εξασθενεί και τρίζει
οι τοίχοι με απορροφούν αργά, μην κλείνεις
πού είσαι, είσαι εδώ;
σώσε με

φύγε, δεν ήσουνα ποτέ εδώ
αλλότρια φαντασίωση
υπάρχει κόσμος μέσα και με περιμένουν
πρέπει να γίνω φυσιολογική
να βάλω το περίβλημα της σάρκας μου
και τα ξεσκισμένα αυτά μποτάκια
να χτενίσω την κόλαση στα μαλλιά μου
να πουδραριστώ
να μην φοβάμαι να κάνω μια χειραψία
και να φιλήσω τον μπαμπά και τη μαμά
ήρθαν να με πάρουν από δω
-ήρθαν να με δουν-
να με δουν ήρθαν
το κεφάλι μου βουίζει, κλείδωσε την πόρτα
μη!

κάνω κύκλους στο κενό
οι τοίχοι κατεδαφίστηκαν και βλέπω τώρα καθαρά
πως ήμουν σ' άλλη φυση
με νόμους άλλους, η διαστροφή τους γέννησε
κι η εντροπία
η υπόσταση εδώ ορίζεται αλλιώς
διανύσματα, αξιώματα, φαρμακωμένη γυναίκα
η πληρότητα δεσπόζει στην απαίσια συνουσία των δευτερολέπτων
λίγο πριν ήσουνα εδώ
ο χωροχρόνος μάδησε τα θεόρατα φτερά του
μέσα στην κυψέλη του μυαλού μου

όχι. δεν είναι τίποτα πραγματικό χωρίς μια βάση
με την οποία μπορούμε να μιλάμε
είδες, μοιάζει να ξαναβρίσκω τα λογικά μου
σαν να ξυπνάω από το λήθαργο των συνειδήσεων
λυπάμαι που με έζησες έτσι
είχα πει θα αναρρώσω και όλα θα είναι μια χαρά
καρδιά μου
μέσα από το κιάλι της φαεινής ιδέας σου να γεννηθούμε
κοίτα τι έκανες, πώς ζήσαμε έτσι σαν κουφάρια
αντίστροφα μετρούσε ο χρόνος κι εμείς παραμυθιαζόμασταν
υπνωτικά, κι άλλα υπνωτικά
να μην ακούω, να μη βλέπω

την κουβέρτα
σκέπασέ με με την κουβέρτα.


Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2015

δίπολη ένωση σφυγμών

η άγρια σονάτα των ήχων και των σπαραγμών μας
σ' αγάπησα ερειπωμένο και τυφλό
ανυπεράσπιστο τροκτικό που έγινες θηρίο στα σκέλια μου
η μουσική σε κάθε μας κίνηση τράνταζε την ψυχή μου
θάνατος στο κορίτσι με τα σκισμένα πέπλα
και στο αγόρι με τις ψυχωσικές μάχες
τα τέρατα της λογικής μας διαμελίζονται
το μυαλό μου σπάζει και ηδονίζεται
μόνο στη σκέψη την αφόρητη
δική σου κόλαση το παρελθόν μου
γεύομαι τη λύσσα απ' τα περασμένα σου βασανιστήρια
καθώς καρφώνω στο κορμί σου τη μετάνοια
για την ύπαρξη
οι γυναίκες με τα μεγάλα πόδια και τα εξώπλατα
θα μ' εκδικηθούν
που θα πάψουν πια να σε επισκέπτονται
όσο μέσα μου σ' ανασταίνω αναστενάζοντας
με βογγητά γινόμαστε λυκάνθρωποι στο σχιζοφρενικό οργασμό μας
με το λάγνο πρόσωπο και την κατασπαραγμένη ψυχή σε λάτρεψα
όπως τα ζώα θα αναιρέσουμε την γελοιότητα του κόσμου με γέλια ηδονικά
σ' ένα ταξίδι των σφυγμών που γίνονται ένα
καθώς με νιώθεις μέσα σου ολόκληρη να πάλλομαι σαν λύκαινα
με την ηχώ απ' τις σκηνές της ταινίας μας
τρεκλίζει η παρόρμηση μπροστά σου
παράλυσέ με
σαν να χω απ' την αρχή αναδιατάξει τη ζωή σου
έλα να διαταράξουμε τη γεωμετρική πολλαπλότητα
μ' ένα αναφιλητό ομορφιάς
αυτή η ανίκητη και άγρια ομορφιά μετά από τόσες ήττες
είναι και για τους δύο μια μικρή εκστατική γαλήνη
που τείνει στο άπειρο


Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

αιμόπτυση (για το νέο έτος)




Ήταν πεσμένοι πάνω απ’ τα σύρματα και προσπαθούσαν να τους τραβήξουν προς τα έξω.

Η νεκρή αδερφή μου κειτόταν λιπόθυμη μπροστά στα γυμνά μου πόδια

Ο  Αδόλφος πλησίασε ύπουλα τα νεκρικά σεντόνια μου προσπαθώντας να σπάσει την παρανοϊκή σιωπή που μας διέλυε μέσα στη νύχτα.

Η φυγή μου θέλω κάποτε να τους σημαδέψει μ’ ένα μαχαίρι στο κούτελο.

Κάτι απ’ αυτό το αγόρι με τρώει υπόκωφα, χωρίς να νιώθω το σώμα μου

Με παραλυμένα χέρια και σβηστά μάτια υποκλίνομαι στο χάος που μου δίνεται.

Η η πρώτη νύχτα του χρόνου, σ’ ένα βουνό, μ’ ένα λαβύρινθο για ψυχή και μια αναμαλλιασμένη φίλη, ξεδοντιάσαμε τα έθιμα με παρεκκλίσεις και λεηλασίες

Στην πιο άγρια δυναστεία της τέχνης μας.

Παρατηρώ κινήσεις και ενορχηστρώσεις  με σπασμούς από την κλινική μου, κι ανασαίνω πρόστυχα για κάθε τους  μαρμαρωμένο βλέμμα, μια απουσία αλγοριθμική σέρνεται στον σαπισμένο τοίχο του νοσοκομείου

Σιχαμένοι απ’ την ξεφτισμένη γλύκα, ανακατεύομαι στα φώτα και ξύνω με μανία τα σεντόνια.

Ο Αδόλφος ήρθε και μου έκανε έρωτα πάνω απ’ το πτώμα της νεκρής αδερφής μου, ήταν η πιο κατασπαραγμένη νύχτα, μια ηδονή  μακριά απ’ το ανθρώπινο είδος, μια αποκτήνωση αλλοτινή.

Μια λύσσα μου ούρλιαζε πως τόση κάλπικη ευτυχία δεν χωράει στο στομάχι μου, τα ψέυτικα χαμόγελα, η σκέψη μου τα κέρναγε αιχμηρές σκηνές από απαγορευμένα φιλμ, και τα ποτά που πίναμε μύριζαν νέφτι, στην υπόγεια διάβαση το γλέντι μου είχε υπόσταση

Με πρόσωπα σκισμένα και βουβά, οι ιδέες και οι πυρκαγιές της ανθρώπινης σάρκας μύριζαν παντού γύρω μου, σ’ αυτή την πόλη

Μακριά απ’ όσα είδα, οι εικόνες του μυαλού μου πιο πραγματικές, λυτρωτικές κι ασύμβατες

Καλλιέργησαν μέσα μου το χλευασμό για την εικόνα σας

Σάπια χαμόσπιτα φτιάχνω με πλαστικές νυχτερίδες και ποτίζω τα μαύρα φύλλα των  φυτών που η υπόστασή τους με ξεπερνά και με διαλύει

Κι όποιος δεν τα χασε ποτέ τα λογικά του, τη μεγαλύτερη καύλα της αυταπάτης  δεν την άγγιξε, κατάρα της εποχής  να μην δεις τ’ ασυνάρτητα

Όταν τα ψήγματα αλήθειας πωλούνται με το μέτρο, πώς ν’ αντέξεις;

Εδώ σωπαίνουν οι μεγάλες λέξεις και χειροκροτάτε τη μακρά διαμελισμένη αυτή παράσταση.

Ο Αδόλφος έχασε τα λογικά του, στο πλατύσκαλο ξεψύχησε φορώντας το σεντόνι της  πιο δυνατής μου ηδονής, όταν τον κράτησα στα χέρια μου με ξεραμένα χείλη κι αγωνία, το βλέμμα του καρφώθηκε στο στέρνο μου και τα’ άγρια πτώματά τους μου γλυκαίνουν την ψυχή

Μέσα στους πιο αληθινούς ανθρώπους είδα τα πιο σκληρά κομμάτια μου,  μέσα στην αυτοκαταστροφή σου είδα την άνοιξη

Πόσο με κατέρρεε αυτή η άγρια ομορφιά στις έξι τα χαράματα

Όταν με φίλαγες στον ύπνο σου να μ’ αναστήσεις

Σε κάποιο τρένο, σε μια άλλη Άβυσσο,  διαβάζαμε τους καταραμένους

Κι όλο γονάτιζε μπροστά μου η συνείδηση και το μυαλό μου γύρναγε αδέσποτο στις φλέβες σου

Πόσο βαθιά ορίζεται η αγάπη όταν όλα γύρω παραπαίουν κι οι λέξεις μοιάζουν με συμβάντα στις ειδήσεις;

Σε γυροφέρνω χρόνια τώρα, σπάζω τα θεμέλια της λογικής μου

Μόνο να μην σου μοιάσω τόσο κι αφαιθώ  ολόκληρη στο έλεός σου

Τότε αλίμονο, ποια λέξη θα με συνεφέρει και ποιος φόνος θα με αναγεννήσει

Ο θάνατος  αργά  συμβάδισε με την ριπή του χρόνου, καταδίκασε

Το πρόσωπο σχίζω μ’ ένα λεπτό μαχαίρι, σαλεμένη απ’ τη φρίκη, το θύμα μου πρέπει να μαχαιρωθεί στο πρόσωπο

Ο θεός μέσα μου προστάζει «φόνος!» φόνος!», και ένα αόρατο χέρι με καλεί στα ανεξιχνίαστα της ύπαρξης

Στην τελευταία λέξη της ενόρασης, μια προσταγή, μια θολωμένη ιδέα, μια καταδίκη

Όταν ο χρόνος παγιδεύεται, θα τον ξεθάψει ο φόνος

Όταν το βλέμμα καθαρίζει κι η ψυχή εξαγνίζεται

Ξέρεις πως έχεις κάνει αυτό που πρόσταζες στον ύπνο σου το κουρδιστό παιχνίδι με το πρόσωπό σου να κάνει

Μια για πάντα παραδέξου την ερειπωμένη ψυχή

Χωρίς τα τρίσβαθα και τα δαιμόνια δεν θα υπάρξει αληθινή ξαγρύπνια.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

pagan poetry

Björk - Pagan Poetry (Official Music Video)

Κάνοντας ποδήλατο μέσα
στα σκοτεινά ρεύματα
βρίσκω
ένα ακριβές αντίγραφο
ένα σχέδιο
από την ευχαρίστηση
μέσα μου

Στροβιλίζονται μαύρα κρίνα εντελώς ώριμα
ένα μυστικό κωδικό σκαλισμένα
στροβιλίζονται μαύρα κρίνα εντελώς ώριμα
ένα μυστικό κωδικό σκαλισμένα

προσφέρει
μια χειραψία
διεστραμένα
πέντε δάχτυλα
αποτελούν ένα μοτίβο
ωστόσο, πρέπει να ταιριάζουν

Στην επιφάνεια, απλότητα
αλλά ο πιο σκοτεινός λάκκος μέσα μου
είναι παγανιστική ποίηση
παγανιστική ποίηση

Στέλνοντας σήματα μορς(σήματα)
πάλλονται και με ξυπνούν (με ξυπνούν)
(πάλλομαι) από τη χειμερία νάρκη μου

Στην επιφάνεια, απλότητα
στροβιλίζονται μαύρα κρίνα εντελώς ώριμα
αλλά ο πιο σκοτεινός λάκκος μέσα μου
είναι παγανιστική ποίηση
στροβιλίζονται μαύρα κρίνα εντελώς ώριμα
παγανιστική ποίηση

Στροβιλίζονται μαύρα κρίνα εντελώς ώριμα

Τον αγαπώ, τον αγαπώ
τον αγαπώ, τον αγαπώ
τον αγαπώ, τον αγαπώ
τον αγαπώ, τον αγαπώ
τον αγαπά, τον αγαπά

αυτή τη φορά

(τον αγαπά, τον αγαπά)

θα το κρατήσω για τον εαυτό μου

(τον αγαπά, τον αγαπά
τον αγαπά, τον αγαπά)

αυτή τη φορά
θα με κρατήσω για τον εαυτό μου

(τον αγαπά, τον αγαπά)

και με κάνει να θέλω να παραδώσω τον εαυτό μου

(τον αγαπά, τον αγαπά
τον αγαπά, τον αγαπά)

και με κάνει να θέλω να παραδώσω τον εαυτό μου