"γονάτισε" είπε ο υπαίτιος της κατάρρευσης του φωτιστικού, και τα αιμοσφαίρια άρχισαν να χορεύουν παράλογα στο αρσενικό κορμί μου, κάτι σαν αλλοίωση του φθισικού μου πλέγματος, "εγώ;" απαντά με χάρη το κορίτσι των ενστίκτων με βλέμμα κατακόρυφο και πλαγιασμένη στο πλατύσκαλο σαν άφτερο κοτόπουλο. "εσύ" λέει ξανά ο σαρκοβόρος θνητός ξύνοντας υπαινικτικά τη μασχάλη του και πασπατεύοντας τα βλοσυρά κουλουράκια που τόση ώρα αναμένουν την επαφή με τη γλώσσα του. εκείνη γονατίζει σαν καρυδότσουφλο και αρχίζει με τα νύχια της να γδέρνει το ακριβό νυχτικό, δώρο της γιαγιάς της με μεταξωτή απόληξη. κοίταζα τα κομμάτια γυαλιού, κατάκοιτος, και οι χοντρές παλάμες μου τα ψιλαφούσαν όσο τα έφτανα απ' το σπασμένο μου κρεβάτι, το πιο αρχαίο φωτιστικό του παλατιού είχε μόλις αποικοδομηθεί και η φωνή μου μόλις που ακουγόταν στα ίδια μου τα αυτιά. αυτό το κορίτσι είχε σωριαστεί μεταξύ φόντου και περιθωρίου στο οπτικό μου πλάνο και κάτι απ' τον αλαζονικό δόκτορα μόλις είχε διαλυθεί.
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015
Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015
η δικαιοσύνη ενός αυτόχειρα
πάντα έστεκαν ασάλευτοι
οι παραλογισμοί μου
μπροστά στο ανήλικο κόκκινο
των ασύλληπτων ιδεών.
για να ξεφύγεις απ' την κατάπτωση
δήλωσε κατά της πτώσης
του εορτασμού των μπηγμένων νυχιών
της ανίατης αρρώτιας πάνω
στη σάρκα σου.
όταν
το συνονθύλευμα των αγριμιών
που μάζεψε το μυαλό σου
παράδοξα εκκενώνεται
η λύση είναι πια προβλέψιμη.
οι παραλογισμοί μου
μπροστά στο ανήλικο κόκκινο
των ασύλληπτων ιδεών.
για να ξεφύγεις απ' την κατάπτωση
δήλωσε κατά της πτώσης
του εορτασμού των μπηγμένων νυχιών
της ανίατης αρρώτιας πάνω
στη σάρκα σου.
όταν
το συνονθύλευμα των αγριμιών
που μάζεψε το μυαλό σου
παράδοξα εκκενώνεται
η λύση είναι πια προβλέψιμη.
το μεγαλοφυές και γελοίο σχέδιο ενός ποιητή
απειλώ το χάος.
το απειλώ.
επαναλαμβάνω συνεχόμενα τις ίδες λέξεις
για να ξορκίσω την επανάληψή του.
επινοώ συνέχεια αντιφάσεις
να να αντιστρέψω την ροή του.
το εκκενώνω από ιδέες
και το απομονώνω απ' την οριζοντίωση.
εφευρίσκω όρια για να το ξεγελάσω.
αφυπνώ τα ξεθωριασμένα του φαντάσματα
το κάνω να σαλέψει.
να μην ξέρει πού να μου κρυφτεί.
το καρφώνω στο μονοδιάστατο τσουβάλι του
και το γραπώνω με το ένα μου χέρι.
πάντα ξεφεύγει απ' όλες μου τις επιθέσεις.
μα συνεχίζω να το απειλώ την απουσία του
με την μελανή
κολλώδη ουσία της ποίησής μου.
το απειλώ.
επαναλαμβάνω συνεχόμενα τις ίδες λέξεις
για να ξορκίσω την επανάληψή του.
επινοώ συνέχεια αντιφάσεις
να να αντιστρέψω την ροή του.
το εκκενώνω από ιδέες
και το απομονώνω απ' την οριζοντίωση.
εφευρίσκω όρια για να το ξεγελάσω.
αφυπνώ τα ξεθωριασμένα του φαντάσματα
το κάνω να σαλέψει.
να μην ξέρει πού να μου κρυφτεί.
το καρφώνω στο μονοδιάστατο τσουβάλι του
και το γραπώνω με το ένα μου χέρι.
πάντα ξεφεύγει απ' όλες μου τις επιθέσεις.
μα συνεχίζω να το απειλώ την απουσία του
με την μελανή
κολλώδη ουσία της ποίησής μου.
χορός στην άκρη του αινίγματος
σφουγγίζω τα μικρόβια
απ' το λεκιασμένο λαιμό σου
μείνε, όσο θα στέκομαι βουβός
να παραμιλάω για τα άγρια χαράματα
που είδα την απόλιξη του κορμιού σου
πάνω στα σύρματα
πυρακτωμένη
ξέρεις πως
δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς
τώρα που πιο νεκρή
από ποτέ με τα υγρά σου μάτια
με σπαράζεις
ο κήπος του μεσονυχτίου σου
με τα φωτάκια
και τις ψεύτικες κούκλες
ήσουν γυμνή
σ' ένα αναπηρικό καροτσάκι
κι η αχαριστία μας για την ομορφιά
μας έψελνε μια μακρόσυρτη
διαλυμένη μελωδία
όταν ξεφεύγαμε απ' το
χάρτινο τοπίο της σφαγής και
τα παράλληλα αναμενόμενα κεφάλια
των ζώων της σπηλιάς μας
ξέρεις, όταν ο πονοκέφαλός μας
γίνεται κοινός και αφόρητος
και τα ξυράφια της μεταμόρφωσης
αλλάζουν και γίνονται διάφανα λόγια
με τα σπαθιά και τα φοβισμένα μας
παιδιά θα σπείρουμε στην
απανθρακωμένη γιορτή
στο μυστικιστικό μας γλέντι
μια υπόκωφη φωνή
και κάτω από τη γη θα γεννούν
οι λαβωμένοι αετοί μας
το ρυθμικό γλέντι των παραισθήσεων
μέσα σε κατοπτρικό γυαλί
θα σε κοιτάζω
ξεφεύγοντας απ' το κελί
που μέσα του φαγουρίζεται
ένα υποτιθέμενο σώμα
και το μυαλό θα διασπείρεται
με ελιγμούς στο χάος
και θα τρώει ότι απέμεινε
απ' τη συρρίκνωση
των αναφιλητών
κάπου υπήρξε σφάλμα
στην ανακαίνιση των σπασμών
κάπου ανατινάχτηκε το πρόωρο δέρμα
του ανάπηρου ζώου
που με παρατηρεί όσο
χορεύω στον τεχνιτό μας βούρκο
και τινάζεται το σώμα μου βαρύ
από τις την αλκοόλη
και τον πυρετό της ύπνωσης
με σπασμωδικές κινήσεις
η τελετή του χορού μου
διώχνει με μανία τα τεχνιτά μου μέλη
κάτι από το πρόσωπό μου
είναι αιφνιδιαστικά λευκό
που αντικατοπτίζεται στα φράκταλ
του φαρμακωμένου ζώου
και οι αιματοβαμένοι σκίουροι
κοιτάζουν λυπημένα το χορό μου
σαν να αποθανατίζουν με τα μάτια τους
την κόλαση
που φτιάξαμε τόσο περίτεχνα
και γέλαγες με το ασθενικό μας
προσωπείο
φορώντας τον κουρελιασμένο σου
σφιγμό
και τις ταραντούλες του ύπνου μου
ραμένες στα πέλματά σου
σαν ινδιάνικο στολίδι
έβγαζες αλλαλαγμούς
και τρόμαζαν οι φράσεις
των ποιητών
και οι κινήσεις μου γίνονταν σπάνιες
και έσπαζαν
και έπεφταν
σαν λυκοφωτικά ερείπια
απλωνόμουν αρχντικά
γυμνή στα βαλτόνερα
και οι επινοητές θανάτων
αχνοφαίνονταν
κι εσύ βουβή τους πρόσταζες
με τα μεγάλα μάτια σου
να φύγουν
-να φύγουν-
κι όλο αναμέναμε τη συντριβή μου
κι όλο ανέσαινες νωχελικά και
μου άδειαζες
με τελετουργικά τεχνάσματα
το πιο ανέγγιχτο κομμάτι
της ψυχής μου
απ' το λεκιασμένο λαιμό σου
μείνε, όσο θα στέκομαι βουβός
να παραμιλάω για τα άγρια χαράματα
που είδα την απόλιξη του κορμιού σου
πάνω στα σύρματα
πυρακτωμένη
ξέρεις πως
δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς
τώρα που πιο νεκρή
από ποτέ με τα υγρά σου μάτια
με σπαράζεις
ο κήπος του μεσονυχτίου σου
με τα φωτάκια
και τις ψεύτικες κούκλες
ήσουν γυμνή
σ' ένα αναπηρικό καροτσάκι
κι η αχαριστία μας για την ομορφιά
μας έψελνε μια μακρόσυρτη
διαλυμένη μελωδία
όταν ξεφεύγαμε απ' το
χάρτινο τοπίο της σφαγής και
τα παράλληλα αναμενόμενα κεφάλια
των ζώων της σπηλιάς μας
ξέρεις, όταν ο πονοκέφαλός μας
γίνεται κοινός και αφόρητος
και τα ξυράφια της μεταμόρφωσης
αλλάζουν και γίνονται διάφανα λόγια
με τα σπαθιά και τα φοβισμένα μας
παιδιά θα σπείρουμε στην
απανθρακωμένη γιορτή
στο μυστικιστικό μας γλέντι
μια υπόκωφη φωνή
και κάτω από τη γη θα γεννούν
οι λαβωμένοι αετοί μας
το ρυθμικό γλέντι των παραισθήσεων
μέσα σε κατοπτρικό γυαλί
θα σε κοιτάζω
ξεφεύγοντας απ' το κελί
που μέσα του φαγουρίζεται
ένα υποτιθέμενο σώμα
και το μυαλό θα διασπείρεται
με ελιγμούς στο χάος
και θα τρώει ότι απέμεινε
απ' τη συρρίκνωση
των αναφιλητών
κάπου υπήρξε σφάλμα
στην ανακαίνιση των σπασμών
κάπου ανατινάχτηκε το πρόωρο δέρμα
του ανάπηρου ζώου
που με παρατηρεί όσο
χορεύω στον τεχνιτό μας βούρκο
και τινάζεται το σώμα μου βαρύ
από τις την αλκοόλη
και τον πυρετό της ύπνωσης
με σπασμωδικές κινήσεις
η τελετή του χορού μου
διώχνει με μανία τα τεχνιτά μου μέλη
κάτι από το πρόσωπό μου
είναι αιφνιδιαστικά λευκό
που αντικατοπτίζεται στα φράκταλ
του φαρμακωμένου ζώου
και οι αιματοβαμένοι σκίουροι
κοιτάζουν λυπημένα το χορό μου
σαν να αποθανατίζουν με τα μάτια τους
την κόλαση
που φτιάξαμε τόσο περίτεχνα
και γέλαγες με το ασθενικό μας
προσωπείο
φορώντας τον κουρελιασμένο σου
σφιγμό
και τις ταραντούλες του ύπνου μου
ραμένες στα πέλματά σου
σαν ινδιάνικο στολίδι
έβγαζες αλλαλαγμούς
και τρόμαζαν οι φράσεις
των ποιητών
και οι κινήσεις μου γίνονταν σπάνιες
και έσπαζαν
και έπεφταν
σαν λυκοφωτικά ερείπια
απλωνόμουν αρχντικά
γυμνή στα βαλτόνερα
και οι επινοητές θανάτων
αχνοφαίνονταν
κι εσύ βουβή τους πρόσταζες
με τα μεγάλα μάτια σου
να φύγουν
-να φύγουν-
κι όλο αναμέναμε τη συντριβή μου
κι όλο ανέσαινες νωχελικά και
μου άδειαζες
με τελετουργικά τεχνάσματα
το πιο ανέγγιχτο κομμάτι
της ψυχής μου
κάτι από μένα πασχίζει να μου ξεφύγει
πέρα
απ' τον τοίχο του ύπνου δεν εχω άλλα λόγια πειραματικά να εξηγήσω τη
μετάγγιση του εφήμερου πάνω στην πέτσα μου. η κούραση βαραίνει τα οστά
μου και οι λέξεις αναμετριούνται με τον ανεστραμένο λεπτοδείκτη. το
άχρωμο δωμάτιο μου μιλάει για τους χαμένους ποιητές των ημερών και οι
κατσαρίδες ψιθυρίζουν τη συντέλια των κάλπικων παιδιών. η αλήθεια μου
βυζαίνει απ' την αποσυντεθυμένη τρύπα, τη μαύρη ανάσταση των πέρα απ' το
νου μου περασμάτων, όταν τρεκλίζω σε διαμελισμένα άσματα, η πιο βαθιά
ρίζα της υπόστασής μου δε βρέθηκε σε κανένα πραγματοποιήσιμο σύστημα,
όταν σε κοιτάζω μέσα απ' τον τοίχο του ύπνου όλα φαίνονται αδιάστατα,
αόματα διαστρεβλωμένα όμορφα κι απάνθρωπα απλά.
βλέπω
οάσεις μέσα μου ανεξιχνίαστες να αυτοπυρπολούνται, όταν κανείς δε
βλέπει ή δεν ακούει, κάπως ανασυγκροτώ το πεταμένο κορμί μου και το κάνω
να ξεχωρίζει απ' την υπόσταση του σύμπαντος, νωχελικά σε συμαζεύω απ'
το πανηγύρι των σκιών σου, όταν κι οι δυο τυφλές ξεσπάμε στα άνευρα
τετράδια και στις ηχορυπάνσεις, σου μιλάω μέσα απ' το πηγάδι, ξέρεις πως
δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς, ό,τι κι αν πω θα είναι ελάχιστο μπροστά
στον κατακλισμό της σιωπής μας
Τέλος συζήτησης
Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015
παράλυση
αν κάποτε
ξεφτίσω
και το σώμα μου απλωθεί
σαν άνευρο παιδί
στο πάτωμα
τότε πες τους
πως παρέλυσα
απ' την ανάγκη μου
για μια παράταιρη ερημιά
μακριά απ' τα ματωμένα δάκτυλα
και τις ηδονικές παραισθήσεις
κι όποιος ρωτήσει
τώρα πώς θα συνεχίσει η ανθρωπότητα
χωρίς εμένα (!)
πες του
το χάος δε συγχωρεί
αναδιατάσσεται
ελίσσεται
και διεισδύει απότομα
στα διάτρητα πλέγματα
μου μας εννόνουν
και μας απωθούν
ταυτόχρονα.
κι αν κάποιος πει
πως ήταν συνεννοημένος θάνατος
για να κυλήσουν πια ομαλά
τα πράγματα
πως όσο υπήρχα
όλα μετακινήθηκαν σε λάθος θέση
πες του πως είναι αργά
να αντικατοπτρίζει το δικό του θάνατο
στα μάτια μου.
ξεφτίσω
και το σώμα μου απλωθεί
σαν άνευρο παιδί
στο πάτωμα
τότε πες τους
πως παρέλυσα
απ' την ανάγκη μου
για μια παράταιρη ερημιά
μακριά απ' τα ματωμένα δάκτυλα
και τις ηδονικές παραισθήσεις
κι όποιος ρωτήσει
τώρα πώς θα συνεχίσει η ανθρωπότητα
χωρίς εμένα (!)
πες του
το χάος δε συγχωρεί
αναδιατάσσεται
ελίσσεται
και διεισδύει απότομα
στα διάτρητα πλέγματα
μου μας εννόνουν
και μας απωθούν
ταυτόχρονα.
κι αν κάποιος πει
πως ήταν συνεννοημένος θάνατος
για να κυλήσουν πια ομαλά
τα πράγματα
πως όσο υπήρχα
όλα μετακινήθηκαν σε λάθος θέση
πες του πως είναι αργά
να αντικατοπτρίζει το δικό του θάνατο
στα μάτια μου.
τι φταίει για τη σιωπή μαμά;
έχω ορθάνοιχτο το στόμα
σαρανταπέντε δευτερόλεπτα
και προσπαθώ να ρουφήξω
ό,τι απ' τον κόσμο με κατασπάραξε
ξέρεις
είναι κάπως επικύνδινο να παίζεις μαζί μου
δεν είμαι σαν τα άλλα κοριτσάκια
έχω φωτιά μες το στομάχι
και αναπάντεχες κρίσεις σπασμών
θες να παίξουμε μπάλα με το κεφάλι μου;
όμως ίσως ανατιναχτεί στα πόδια σου
μπουκώνω συνεχώς με ιδέες
και τις ξερνάω μάταια
στα νεκρικά σεντόνια μου
δεν αγαπάω κανέναν
μέσα απ' το καλειδοσκόπιο
όταν με αργές κινήσεις
μου γυρίζεις
τα μάτια
θες να ανατιναχτούμε μαζί;
εσύ με τις παντόφλες-λαγουδάκια
κι εγώ με την κουβέρτα-μπέρτα μου
σαν βασιλιάδες στο παιδικό μας δωμάτιο
με κάτι απροσδίοριστο στο στήθος
να μας σκάβει
ξέρεις
πως αν διαστέλλονται οι κόρες
των ματιών
ή οι δικές μας οι αγένητες κόρες
αυτές με τα σκισμένα πέπλα και τις νότες
στα μαλλιά
είναι επειδή η εγκυμοσύνη δεν κρατάει για πάντα
και κάποτε ξεφούσκωσες
και χάθηκε το πρώτο εκείνο σάλεμα
των νευρικών κυτάρων
τι φταίει για τη σιωπή
που μου ανασταίνει το εγκεφαλικό μου χάος
κάθε λεπτό
τι φταίει για την αφόρητη σιωπή μαμά;
που με διαλύει ενώ εκρύγνυμαι
κι εσύ κοιτάζεις
απελπισμένη και βουβή
πώς πυρπολείται η νιότη μου
και καίγονται τα σωθηκά μου
απ' την υπόταση
σαρανταπέντε δευτερόλεπτα
και προσπαθώ να ρουφήξω
ό,τι απ' τον κόσμο με κατασπάραξε
ξέρεις
είναι κάπως επικύνδινο να παίζεις μαζί μου
δεν είμαι σαν τα άλλα κοριτσάκια
έχω φωτιά μες το στομάχι
και αναπάντεχες κρίσεις σπασμών
θες να παίξουμε μπάλα με το κεφάλι μου;
όμως ίσως ανατιναχτεί στα πόδια σου
μπουκώνω συνεχώς με ιδέες
και τις ξερνάω μάταια
στα νεκρικά σεντόνια μου
δεν αγαπάω κανέναν
μέσα απ' το καλειδοσκόπιο
όταν με αργές κινήσεις
μου γυρίζεις
τα μάτια
θες να ανατιναχτούμε μαζί;
εσύ με τις παντόφλες-λαγουδάκια
κι εγώ με την κουβέρτα-μπέρτα μου
σαν βασιλιάδες στο παιδικό μας δωμάτιο
με κάτι απροσδίοριστο στο στήθος
να μας σκάβει
ξέρεις
πως αν διαστέλλονται οι κόρες
των ματιών
ή οι δικές μας οι αγένητες κόρες
αυτές με τα σκισμένα πέπλα και τις νότες
στα μαλλιά
είναι επειδή η εγκυμοσύνη δεν κρατάει για πάντα
και κάποτε ξεφούσκωσες
και χάθηκε το πρώτο εκείνο σάλεμα
των νευρικών κυτάρων
τι φταίει για τη σιωπή
που μου ανασταίνει το εγκεφαλικό μου χάος
κάθε λεπτό
τι φταίει για την αφόρητη σιωπή μαμά;
που με διαλύει ενώ εκρύγνυμαι
κι εσύ κοιτάζεις
απελπισμένη και βουβή
πώς πυρπολείται η νιότη μου
και καίγονται τα σωθηκά μου
απ' την υπόταση
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

