Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

be my guest

έχω την υπόνοια ότι η καθετότητα με προσπερνάει
ε που πας αφιδατωμένη σαν μούσμουλο, ρίξε λίγο κρύο νερό
στα μούτρα σου μπας και συνέλθεις
ε,  θες να φτιάξω καφέ ή να πέσουμε απ' το μπαλκόνι;
έχω δύο μέτρα ύφασμα να σου φτιάξω ένα τεράστιο φουστάνι
κερασί
και θα σε βάλω να κάτσεις στην πιο μεγάλη πολυθρόνα
με τα μαλλιά σου να χύνονται βρεγμένα να τιλήγουν τις ρώγες σου
και τότε θα ορμήξω στο τεράστιο ύφασμα
να το δαγκώνω σαν αδέσποτο σκυλί, να το ξεσκίσω
έτσι όπως θα κοιτάζεις υπεροπτικά τα κατακόκκινα χέρια μου
τα κατακόκκινα μαλλιά μου πως διακλαδίζονται με την υπεροψία σου
κι αφού το φάω όλο το φόρεμα και μείνεις σακατεμένη και δαγκωμένη
απ' την ορμή που μ' έπιασε
θα σπάσω το τεράστιο γυάλινο ταβάνι της παράξενης εκκλησίας μας
θα σε διατάξω να παραλύσεις μπροστά στην αποκτηνωμένη μου όψη
κι έτσι γελοίος και γυμνός με έκσταση και τρόμο
θα σε κοιτάξω και θα παρατιρήσω πάνω σου
μια άλλη
 

6 π.μ.

κοίτα με.
τα υγρά μου κυλάνε απρόσκλητα στους βολβούς των αφτιών σου
και μια νεκροφόρα στο δρόμο κορνάρει σαν να μας σαπουνίζει με υδρόθειο.
άνευρο το δωμάτιο μας προσκαλεί να χαιδέψουμε τα μάτια μας
ή να τα τρίψουμε, ο ένας του άλλου τα μάτια αντί για μια αφύσικη καλημέρα.
η φωνή το πρωί ποτέ δεν βγαίνει όπως την υπολόγισα
μοιάζει με μια νυσταγμένη γιορτή ξεψυχισμένων κορμιών σε διαδρόμους νοσοκομείων
ρυθμίζω την ένταση των βρυχηθμών σε σολ ελάσσονα, όσο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο
υπόσχεται πειραματική μουσική απ' τον αέρα και την άπνοια στον έξω χώρο
ένα άρυθμο ον μας παρακαλάει να του χαιδέψουμε το σκύλο του
που είναι λευκός και τυφλός, κάνε μου έρωτα πριν να ξεράσω την απόλυτη συμμερτία
που φέρνει το χάραμα μέσα στα διαολεμένα μου ωάρια διώχνω πεισματικά
τα δολοφονικά παιδιά μου, αφού δεν άντεχες να λέμε πως τα ρολόγια έχουν άλλες ταχύτητες
για τους καταραμένους.

κούκλες

«εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη. Τι έχεις να ζηλέψεις από μένα; Τα μαλλιά μου είναι ξεφτισμένα και τα δόντια μου κολλάνε μεταξύ τους φτιάχνουν ιστούς από κολλαγόνο, κι εσύ μασάς τις φωτογραφίες της ασάφειας του προσώπου μου, αναμαλλιασμένε καθρέφτη τα δάχτυλά σου είναι σαράβαλα και τα χάπια λιγοστεύουν κάθε τρία τέταρτα κοιτάζουμε μαζί το ρολόι λες και βλέπουμε την πιο δραματική ταινία, ενώ εσύ κλαις ψεύτικα στο στήθος μου και τα χέρια μου έχουνε ματώσει, μάλλον θα ζούληξα καταλάθος τη βυσσινάδα που είχες αφήσει στην πολυθρόνα μου δύο μέρες πριν, τότε που μου είπες "τα ρέστα δικά σου" και έκανες τον παραλληλισμό με τα μπούτια μου και τις πεινασμένες φώκιες, όταν η τηλεόραση αρρώσταινε καίγοντάς μας τα κύτταρα, κάτι γλυστρούσε μες το αιδοίο μου αργά, συραπτικό με αναμνήσεις, και μου λες "δεν θα θελες να φύγουμε καλύτερα;" και γέλασες και γέλαγα, και σου λεγα, "εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη" και μέτραγες πολλές φορές τα εικοσιένα μου χρόνια, κι εγώ ξέρεις ρωτούσα που στο διάολο έκρυψες τα κομμένα μου μαλλιά και δεν βρίσκω πια την περούκα μου»
λένε πως με σκότωσες με κινήσεις αργές σαν να έπαιζες σε κάποια παράσταση

παρά λίγο άνοια

"γονάτισε" είπε ο υπαίτιος της κατάρρευσης του φωτιστικού, και τα αιμοσφαίρια άρχισαν να χορεύουν παράλογα στο αρσενικό κορμί μου, κάτι σαν αλλοίωση του φθισικού μου πλέγματος, "εγώ;" απαντά με χάρη το κορίτσι των ενστίκτων με βλέμμα κατακόρυφο και πλαγιασμένη στο πλατύσκαλο σαν άφτερο κοτόπουλο. "εσύ" λέει ξανά ο σαρκοβόρος θνητός ξύνοντας υπαινικτικά τη μασχάλη του και πασπατεύοντας τα βλοσυρά κουλουράκια που τόση ώρα αναμένουν την επαφή με τη γλώσσα του. εκείνη γονατίζει σαν καρυδότσουφλο και αρχίζει με τα νύχια της να γδέρνει το ακριβό νυχτικό, δώρο της γιαγιάς της με μεταξωτή απόληξη. κοίταζα τα κομμάτια γυαλιού, κατάκοιτος, και οι χοντρές παλάμες μου τα ψιλαφούσαν όσο τα έφτανα απ' το σπασμένο μου κρεβάτι, το πιο αρχαίο φωτιστικό του παλατιού είχε μόλις αποικοδομηθεί και η φωνή μου μόλις που ακουγόταν στα ίδια μου τα αυτιά. αυτό το κορίτσι είχε σωριαστεί μεταξύ φόντου και περιθωρίου στο οπτικό μου πλάνο και κάτι απ' τον αλαζονικό δόκτορα μόλις είχε διαλυθεί.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

η δικαιοσύνη ενός αυτόχειρα

πάντα έστεκαν ασάλευτοι
οι παραλογισμοί μου
μπροστά στο ανήλικο κόκκινο
των ασύλληπτων ιδεών.

για να ξεφύγεις απ' την κατάπτωση
δήλωσε κατά της πτώσης
του εορτασμού των μπηγμένων νυχιών 
της ανίατης αρρώτιας πάνω
στη σάρκα σου.

όταν
το συνονθύλευμα των αγριμιών
που μάζεψε το μυαλό σου
παράδοξα εκκενώνεται
η λύση είναι πια προβλέψιμη.



το μεγαλοφυές και γελοίο σχέδιο ενός ποιητή

απειλώ το χάος.
το απειλώ.
επαναλαμβάνω συνεχόμενα τις ίδες λέξεις
για να ξορκίσω την επανάληψή του.
επινοώ συνέχεια αντιφάσεις
να να αντιστρέψω την ροή του.
το εκκενώνω από ιδέες
και το απομονώνω απ' την οριζοντίωση.
εφευρίσκω όρια για να το ξεγελάσω.
αφυπνώ  τα ξεθωριασμένα του φαντάσματα
το κάνω να σαλέψει.
να μην ξέρει πού να μου κρυφτεί.
το καρφώνω στο μονοδιάστατο τσουβάλι του
και το γραπώνω με το ένα μου χέρι.

πάντα ξεφεύγει απ' όλες μου τις επιθέσεις.
μα συνεχίζω να το απειλώ την απουσία του
με την μελανή
κολλώδη ουσία της ποίησής μου.

χορός στην άκρη του αινίγματος

σφουγγίζω τα μικρόβια
απ' το λεκιασμένο λαιμό σου
μείνε, όσο θα στέκομαι βουβός
να παραμιλάω για τα άγρια χαράματα
που είδα την απόλιξη του κορμιού σου
πάνω στα σύρματα
πυρακτωμένη
ξέρεις πως
δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς
τώρα που πιο νεκρή
από ποτέ με τα υγρά σου μάτια
με σπαράζεις
ο κήπος του μεσονυχτίου σου
με τα φωτάκια
και τις ψεύτικες κούκλες
ήσουν γυμνή
σ' ένα αναπηρικό καροτσάκι
κι η αχαριστία μας για την ομορφιά
μας έψελνε μια μακρόσυρτη
διαλυμένη μελωδία
όταν ξεφεύγαμε απ' το
χάρτινο τοπίο της σφαγής και
τα παράλληλα αναμενόμενα κεφάλια
των ζώων της σπηλιάς μας
ξέρεις, όταν ο πονοκέφαλός μας
γίνεται κοινός και αφόρητος
και τα ξυράφια της μεταμόρφωσης
αλλάζουν και γίνονται διάφανα λόγια
με τα σπαθιά και τα φοβισμένα μας
παιδιά θα σπείρουμε στην
απανθρακωμένη γιορτή
στο μυστικιστικό μας γλέντι
μια υπόκωφη φωνή
και κάτω από τη γη θα γεννούν
οι λαβωμένοι αετοί μας
το ρυθμικό γλέντι των παραισθήσεων
μέσα σε κατοπτρικό γυαλί
θα σε κοιτάζω
ξεφεύγοντας απ' το κελί
που μέσα του φαγουρίζεται
ένα υποτιθέμενο σώμα
και το μυαλό θα διασπείρεται
με ελιγμούς στο χάος
και θα τρώει ότι απέμεινε
απ' τη συρρίκνωση
των αναφιλητών
κάπου υπήρξε σφάλμα
στην ανακαίνιση των σπασμών
κάπου ανατινάχτηκε το πρόωρο δέρμα
του ανάπηρου ζώου
που με παρατηρεί όσο
χορεύω στον τεχνιτό μας βούρκο
και τινάζεται το σώμα μου βαρύ
από τις την αλκοόλη
και τον πυρετό της ύπνωσης
με σπασμωδικές κινήσεις
η τελετή του χορού μου
διώχνει με μανία τα τεχνιτά μου μέλη
κάτι από το πρόσωπό μου
είναι αιφνιδιαστικά λευκό
που αντικατοπτίζεται στα φράκταλ
του φαρμακωμένου ζώου
και οι αιματοβαμένοι σκίουροι
κοιτάζουν λυπημένα το χορό μου
σαν να αποθανατίζουν με τα μάτια τους
την κόλαση
που φτιάξαμε τόσο περίτεχνα
και γέλαγες με το ασθενικό μας
προσωπείο
φορώντας τον κουρελιασμένο σου
σφιγμό
και τις ταραντούλες του ύπνου μου
ραμένες στα πέλματά σου
σαν ινδιάνικο στολίδι
έβγαζες αλλαλαγμούς
και τρόμαζαν οι φράσεις
των ποιητών
και οι κινήσεις μου γίνονταν σπάνιες
και έσπαζαν
και έπεφταν
σαν λυκοφωτικά ερείπια
απλωνόμουν αρχντικά
γυμνή στα βαλτόνερα
και οι επινοητές θανάτων
αχνοφαίνονταν
κι εσύ βουβή τους πρόσταζες
με τα μεγάλα μάτια σου
να φύγουν
-να φύγουν-
κι όλο αναμέναμε τη συντριβή μου
κι όλο ανέσαινες νωχελικά και
μου άδειαζες
με τελετουργικά τεχνάσματα
το πιο ανέγγιχτο κομμάτι
της ψυχής μου