Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

οδός Φρυν

γελούσαν τόσο δυνατά
οι όμορφοι και τεμπέληδες φίλοι μου
με τα φιλήδονα σώματα και την
απόλυτη αρμωνία στα χαρακτηριστικά των προσώπων τους.
Μόλις κατάφερα να αποσαφινήσω την λεπτή διαφορά
ανάμεσα στη ψυχασθένεια και την εμμονή
εκείνοι γέλαγαν πίνοντας μπύρες και καπνίζοντας στο παγκάκι του πάρκου,
τρεις το χάραμα.
Δίπλα μου, δύο μικρά κορίτσια φώναζαν με λιγμούς τη μαμά τους
και ο παράξενος αρχηγός μιας μυστικης ομάδας που αποτελούταν
από αποκομμένα κομμάτια του εαυτού του
χήμηξε στους φίλους μου και τους κατακρεούργησε μέσα σε δυο λεπτά.
Εμένα δε με πείραξε, καθώς έτρεξα να απομακρύνω τα δίδυμα από
τη σκηνή της σφαγής. Τα τέσσερα βλέμματά μας συναντήθηκαν για μια πολύ μικρή στιγμή, καθώς μια γυναίκα ημίγυμνη με φρίκη έφτασε και βούτηξε τα δύο μικρά παιδιά απ' τα μαλλιά, κι εξαφανίστηκε.
όσες διαφορές ξεδιάλυνα εκείνη τη νύχτα μεταξύ ενοχής και χλευασμού
τις έριξα λίγο αργότερα σ' έναν υπόνομο, κά
που κοντά στην οδό Φρυν.

fuzzy logic

"θα μου κάνεις μια χάρη; θα με εξαφανίσεις για λίγο;"
είπε η ζωηρή και χαριτομένη Εζροφλί, και ερμαφρόδιτη κούνησε κάπως
τους γοφούς της
σαν να περίμενε ανταπόκριση από κάτι που έμοιαζε μ' εμένα.
Όμως αυτό έστεκε ακούνητο και την κοίταζε εκστατικό
καθώς χόρευε πάνω στα καρφωμένα νούφαρα
που για παιχνίδι τα βαζε στο πάτωμα
προσπαθώντας να δημιουργήσει μια εκκεντρική ζωγραφιά
μέσα στο χώρο που την περιέκλειε.
Ύστερα χωρίς να περιμένει για πολύ μια ανταπόκριση
χώθηκε στα πλούσια σκεπάσματα του κρεβατιού της
που δεν είχε πόδια, αλλά βρισκόταν κάτω στο πάτωμα με τα καρφιά
και το παζλ κυττάρων που τόσο πολύ της είχε σπάσει τα νεύρα να το λύσει και τελικά το παράτησε.
Και τότε χαμογέλασε στο κόκκινο λαμπάκι που αιωρούταν πάνω απ' τη μικρή της μυτούλα.
"Τελικά το μετάνιωσα" είπε και κοίταξε με κάποια αφέλεια το πράγμα που μάλλον ήμουν εγώ.
"Δεν θέλω να με εξαφανίσεις, νιώθω όμορφα μέσα στο σώμα μου" είπε με σταθερή φωνή
και με τα μικρά της δάχτυλα έδιωξε τις μπλεγμένες τούφες μαλλιών που έμπαιναν στα μάτια της.

δον Τζώρτζ

ο δον Τζώρτζ αφουγκράζεται τη γη καθώς χαιδεύει
αυτάρεσκα τα πλουμιστά πλοκάμια του
με ύφος αδιάφορο για τα όσα συμβαίνουν
στην υπόνοια του κόσμου που κοιμάται.
μα δεν ακούει τα περιστρεφόμενα άλογα
πώς διαμελίζουν τα σώματα των νεογέννητων θιάσων
και πώς παραμιλάνε οι έγκυες στις κρύπτες και στα φαράγγια.
δύστροπος και παντογνώστης
ο δον Τζώρτζ με μια δίπολη ανάμνηση απ' την ταραγμένη του ζωή
μοιάζει να μην τον απασχολεί πια η απουσία του χώρου
και τα μάτια δείχνουν σαν θυμωμένες πέστροφες
τα λαχανικά και τα μαχαίρια που κάποια αόρατη γυναίκα
έχει παρατήσει στην κουζίνα.
ο δον, στη μεγάλη αποκορύφωση, ξεχνάει να υποδηλώσει
την ύπαρξή του
και εισχωρεί αθόρυβα στο πάτωμα
μέσα απ' το πάτωμα γελάει υπόκωφα, ανέκδοτος,
και κάπως κουρασμένος.

be my guest

έχω την υπόνοια ότι η καθετότητα με προσπερνάει
ε που πας αφιδατωμένη σαν μούσμουλο, ρίξε λίγο κρύο νερό
στα μούτρα σου μπας και συνέλθεις
ε,  θες να φτιάξω καφέ ή να πέσουμε απ' το μπαλκόνι;
έχω δύο μέτρα ύφασμα να σου φτιάξω ένα τεράστιο φουστάνι
κερασί
και θα σε βάλω να κάτσεις στην πιο μεγάλη πολυθρόνα
με τα μαλλιά σου να χύνονται βρεγμένα να τιλήγουν τις ρώγες σου
και τότε θα ορμήξω στο τεράστιο ύφασμα
να το δαγκώνω σαν αδέσποτο σκυλί, να το ξεσκίσω
έτσι όπως θα κοιτάζεις υπεροπτικά τα κατακόκκινα χέρια μου
τα κατακόκκινα μαλλιά μου πως διακλαδίζονται με την υπεροψία σου
κι αφού το φάω όλο το φόρεμα και μείνεις σακατεμένη και δαγκωμένη
απ' την ορμή που μ' έπιασε
θα σπάσω το τεράστιο γυάλινο ταβάνι της παράξενης εκκλησίας μας
θα σε διατάξω να παραλύσεις μπροστά στην αποκτηνωμένη μου όψη
κι έτσι γελοίος και γυμνός με έκσταση και τρόμο
θα σε κοιτάξω και θα παρατιρήσω πάνω σου
μια άλλη
 

6 π.μ.

κοίτα με.
τα υγρά μου κυλάνε απρόσκλητα στους βολβούς των αφτιών σου
και μια νεκροφόρα στο δρόμο κορνάρει σαν να μας σαπουνίζει με υδρόθειο.
άνευρο το δωμάτιο μας προσκαλεί να χαιδέψουμε τα μάτια μας
ή να τα τρίψουμε, ο ένας του άλλου τα μάτια αντί για μια αφύσικη καλημέρα.
η φωνή το πρωί ποτέ δεν βγαίνει όπως την υπολόγισα
μοιάζει με μια νυσταγμένη γιορτή ξεψυχισμένων κορμιών σε διαδρόμους νοσοκομείων
ρυθμίζω την ένταση των βρυχηθμών σε σολ ελάσσονα, όσο το μικρό παράθυρο στο μπάνιο
υπόσχεται πειραματική μουσική απ' τον αέρα και την άπνοια στον έξω χώρο
ένα άρυθμο ον μας παρακαλάει να του χαιδέψουμε το σκύλο του
που είναι λευκός και τυφλός, κάνε μου έρωτα πριν να ξεράσω την απόλυτη συμμερτία
που φέρνει το χάραμα μέσα στα διαολεμένα μου ωάρια διώχνω πεισματικά
τα δολοφονικά παιδιά μου, αφού δεν άντεχες να λέμε πως τα ρολόγια έχουν άλλες ταχύτητες
για τους καταραμένους.

κούκλες

«εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη. Τι έχεις να ζηλέψεις από μένα; Τα μαλλιά μου είναι ξεφτισμένα και τα δόντια μου κολλάνε μεταξύ τους φτιάχνουν ιστούς από κολλαγόνο, κι εσύ μασάς τις φωτογραφίες της ασάφειας του προσώπου μου, αναμαλλιασμένε καθρέφτη τα δάχτυλά σου είναι σαράβαλα και τα χάπια λιγοστεύουν κάθε τρία τέταρτα κοιτάζουμε μαζί το ρολόι λες και βλέπουμε την πιο δραματική ταινία, ενώ εσύ κλαις ψεύτικα στο στήθος μου και τα χέρια μου έχουνε ματώσει, μάλλον θα ζούληξα καταλάθος τη βυσσινάδα που είχες αφήσει στην πολυθρόνα μου δύο μέρες πριν, τότε που μου είπες "τα ρέστα δικά σου" και έκανες τον παραλληλισμό με τα μπούτια μου και τις πεινασμένες φώκιες, όταν η τηλεόραση αρρώσταινε καίγοντάς μας τα κύτταρα, κάτι γλυστρούσε μες το αιδοίο μου αργά, συραπτικό με αναμνήσεις, και μου λες "δεν θα θελες να φύγουμε καλύτερα;" και γέλασες και γέλαγα, και σου λεγα, "εγώ είμαι μια γριά πόρνη με πυρετό και σύφιλη" και μέτραγες πολλές φορές τα εικοσιένα μου χρόνια, κι εγώ ξέρεις ρωτούσα που στο διάολο έκρυψες τα κομμένα μου μαλλιά και δεν βρίσκω πια την περούκα μου»
λένε πως με σκότωσες με κινήσεις αργές σαν να έπαιζες σε κάποια παράσταση

παρά λίγο άνοια

"γονάτισε" είπε ο υπαίτιος της κατάρρευσης του φωτιστικού, και τα αιμοσφαίρια άρχισαν να χορεύουν παράλογα στο αρσενικό κορμί μου, κάτι σαν αλλοίωση του φθισικού μου πλέγματος, "εγώ;" απαντά με χάρη το κορίτσι των ενστίκτων με βλέμμα κατακόρυφο και πλαγιασμένη στο πλατύσκαλο σαν άφτερο κοτόπουλο. "εσύ" λέει ξανά ο σαρκοβόρος θνητός ξύνοντας υπαινικτικά τη μασχάλη του και πασπατεύοντας τα βλοσυρά κουλουράκια που τόση ώρα αναμένουν την επαφή με τη γλώσσα του. εκείνη γονατίζει σαν καρυδότσουφλο και αρχίζει με τα νύχια της να γδέρνει το ακριβό νυχτικό, δώρο της γιαγιάς της με μεταξωτή απόληξη. κοίταζα τα κομμάτια γυαλιού, κατάκοιτος, και οι χοντρές παλάμες μου τα ψιλαφούσαν όσο τα έφτανα απ' το σπασμένο μου κρεβάτι, το πιο αρχαίο φωτιστικό του παλατιού είχε μόλις αποικοδομηθεί και η φωνή μου μόλις που ακουγόταν στα ίδια μου τα αυτιά. αυτό το κορίτσι είχε σωριαστεί μεταξύ φόντου και περιθωρίου στο οπτικό μου πλάνο και κάτι απ' τον αλαζονικό δόκτορα μόλις είχε διαλυθεί.