Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

όσα τα παραστρατημένα εγώ μου είπαν

ανάθρεψα σε οικοτροφεία για παραμελημένους αγρήκους
το ίχνος της απλιστίας μέσα μου
για αίμα, τρέλα, καύλα και ποίηση.

ακόμα αγκομαχώ να με κρατήσω στέρεη
στη γη που με ορίζει, με αφοπλίζει
απ' τη συνείσησή μου την πάγια
φοράω το λευκό δέρμα ενός απάνθρωπου κτήνους.

ποδοπατάω τ' αγκάθια στην αυλή μου και γελάω παράλυτη
μέσα από σκάλες και παράδρομους
ουρλιάζω την ωπή της αποσύνθεσης
με μια ηλίθια φρικαλέα γεύση απ' το μελλοντικό κουφάρι μου.

θέλω να βγω
σαν φονική ανάμνηση κάθε φρεσκοπλυμένου μικρού ζώου
να φέρω σύγχυση στα κεφάλια των αγνώστων
χωρίς καμιά αιτία σέρνομαι αφουγκράζοντας
τα πέλματα των όντων και των σκέψεων
τα αποκυήματα, τα στραγγαλίζω.

τι άλλο ανίερο θα βρω να κάνω για να σπάσω αυτή τη σύγχυση
μες το κρανίο
που μ' ενοχλεί σαν παγωμένη λεπίδα
από ξερά φύλλα φτιάχνω το φόρεμά μου το πανάκριβο
κι ορίζω απ' την αρχή πώς θα πρεπε στ' αλήθεια να κινούμαι

ορίζω την κίνηση, αυτή η αποσαφηνισμένη ιδέα με εξουθενώνει
βλέπω τον αγέραστο φονιά της μνήμης μου να με σκοτώνει
με χιλιάδες διαφορετικούς τρόπους
βογγάω και βελάζω σπαραχτικά
κάνω πως με βιάζουν, με γαμάνε
γλεντάω με τ' ασυνάρτητά τους λόγια
βροντάω τις νύχτες ατο άδειο μου σπίτι
να ξυπνήσω κάτι απ' την ασύνδετη αυτή σκέψη
τη φυγή να περιπαίξω με τα βρωμερά μου νύχια

δαγκώνω τη σάρκα ενός άντρα καθώς εκσπερματώνει
πονάω μαζί του και ενδιάμεσα
ματώνουμε μαζί και ύστερα πάλι αγγιζόμαστε
κλαίω γοερά κι εκείνος φωνάζει
παραληρεί για την τελειότητα του σώματός μου
καθώς το αγγίζω μ' ένα ξυράφι
χώνει το σπέρμα του βαθιά μέσα μου,
ώσπου να εξαϋλωθούμε απ' αυτό και απ' τα πάντα

η γλώσσα μου θέλει πανάκεια
κάτι απ' όλα όσα βλέπω θα πρέπει να είναι
με τον ήχο της σάρκας στο δίπλα δωμάτιο
αποκοιμιέμαι

είμαι στο τρένο και η μήτρα μου φλέγεται
ζητάω έλεος απ' τον οδηγό, απ' τους ξένους
καταιβαίνω σε μια στάση, σε μια εκκλησία κάπου στην έρημο
έχω παντού πάνω μου ουλές και ξεσκοισμένες σάρκες
η καύλα της φυγής με κυριεύει

το πρωί κοίταζα τα χέρια μου
νωχελικά με νοητή προσέγγιση τα θαύμαζα
τα είδα να βρίσκοται εκεί, μαζί μ' εμένα μαζί με όλο
τον περιστρεφομενο πλανήτη, και με γοήτευσε
αυτό το αίσθημα ροπής και εκκαθάρισης
σαν να μετάγγισα με δυό στροφές του νου
τροφές για ανυπεράσπιστους και τυφλούς μονομάχους.

νιώθω να ίπταμαι
σε καθαρά νερά κοιτάζω επίμονα το βλέμμα της
μια πεντάγραμμη μορφή με καταδικάζει
στον τρύπιο ήχο της αλόγιστης κι απατηλής ιδέας
της ζωής μου

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

συριγγα

έχω βαρεθεί να βλέπω συνέχεια το ίδιο και το ιδιο πρόσωπο.
σαν αναίμακτη μετάγγιση με διαπερνάει η άπνοια αυτού του προσώπου.
άλλαζα σχήμα περιμετρικά με γειωμένο βλέμμα και μαχαίρια στα μάγουλα, στάμπες
ή λιθοσκότεινα σαν σκαλοπάτια από βαριά περίστροφα, τα χείλη εκστατικά
και τόσο μόνιμα, με ικεσίες και σφιγμό, με άσχημα τραγούδια
ο πάταγος μου ρίμαξε τη γλώσσα και τους εκατό γιούς μου
η δίπλα φύση κάνει αγώνα δρόμου με τα ματωμένα πέπλα
μπαλωμένα σε υπονόμους χωρίς νόμους, σε λέξεις άνευρες
νωχελικά τρομάζω την αγρύπνια
και ο λήθαργος μοιράζεται στα δύο
σαν πόρνη κάνει έρωτα στο νου και στην ψυχή
ταυτόχροναοι
πιέζω τε τα χέρια αυτό το δύσμορφο παραμορφωμένο θηρίο
το πρόσωπο
με μια βελόνα με τρυπάνε οι διαχωρισμένοιν εαυτοί
έκαναν ανταρσία στο πρόημο παιδί των φόβων και των πυρωμένων αλόγων
και φεύγει, φεύγει προς το χάος η παραμορφωμένη μου φωνή
σέρνοντας κόσμους ασαφείς στα πλέγματα με άροτρα, φωνές,
τους σέρνους, σκλάβους και ομοφυλόφιλα κορίτσια με σπαραγμένα χείλη
τρέμουν, οι ανάποδοι Χριστοί των κοιμισμένων λόγχων
το σατανικό μου νανούρισμα
προς τη μητέρα της κραυγής και της μετάνοιας
με αλισοπρίονα κόβουν μέρη του εγκεφάλου και του σώματος
αφήνοντας μια υπόνοια τρυφερής ανάμνησης
επινοήματα άρρωστων παιδιών
από νοσοκομεία και σταθμούς με ανθρώπους πυρετικούς
και άνευρα κατασπαράγματα θνησιγενούς τρέλας
φόρεσα το μανδύα της πιο απάνθρωπης γης
αυτής που ιδεογράμματα φώτιζαν κρέμασαν την απελπισία
στο σταυρό
και μ' ενα νεύμα, σκότωσα χωρίς να αγγίξω καν τη Μητέρα
αυτή που πλάγιαζε τα βράδια με θηρία και τέρατα
τους έλεγε αστεία στο διπλανό δωμάτιο
πώς τάχα εγώ, η κόρη των σεισμών, γεννήθηκα τη λάθος μέρα
σε μια άτσαλα ορισμένη αναταραχή των συνειδήσεων
με τα μυαλά τους παραμορφωμένα με γεννήσαν
χωρίς να ξέρουν τι μπορούσε αυτό να επιφέρει
και πάλι συνομιλώ με τη νεκρή Μαμά -Παράνοια
και της ουρλιάζω πώς εγώ τη σκότωσα, εγώ με το ταλαιπωρημένο κεφάλι
πώς πρώτη μου φορά ήξερα τι έκανα και πού ανήκω
και ύστερα όλα γυρίζουν προς τα χέρια μου
οι κάμερες στρέφονται στα τρυπημένα μου μανήκια
και αρχίζω πάλι να ουρλιάζω μαδεν ακούω τη φωνή μου
δεν ακούω τίποτα
βουίζει μέσα μου η φρίκη την τρυπάω με σύρματα
ξανά με σύρματα το κορμί της παραπονεμένο μου ζητάει έλεος
έλεος! είναι μόνο ένα κουφάρι πια γιατί συνεχίζεις
γιατί γιατί γιατί
γιατί συνεχίζεις
να κουφαίνεσαι απ' την ασίγαστη παρόρμηση του νου σου
πρόσεξε! τώρα γυμνοί βγαίνουν απ' τις τρύπες του σώματός της οι άνθρωποι
μικρά μικρά ανθρωπάκια με σχισμένα μάτια, τυφλωμένα βγαίνουν απ' τ' αυτιά και το στόμα της
"μητέρα" λέω, "σε σιχαίνομαι", και συνεχίζω να τρυπάω και να ρουφάω το αίμα απ' τις
αρτηρίες, ποντίκια κι ερπετά βγαίνουν απ' τους πόρους του δέρματός της
τα βυζιά της είναι ηχεία, μεγάλα τεράστια ηχεία που ξεζουμίζουν και βγαίνουν
ήχοι απόκοσμοι
και απονευρωμένοι, κάπως στριγγοί
και όσο συνεχίζω να την ξεκοιλιάζω βγαίνουν, κι άλλα, κι άλλα όντα από μέσα της,
όλο και πληθαίνουν, κινούνται βίαια, λυτρωτικά, απ' τα νεφρά της βγαίνουν παράξενα όντα
πρώτη φορά τα είδα στη ζωή μου, μα δεν τα θυμάμαι καλά
ήμουν σε μεγάλο πυρετό, και μες τα μπούτια της κυλάει αίμα πυχτό, πολύ πυχτό σαν
να βγαίνει από πηγή αντί για νερό, λάβα, και μέσα απ' το αιδοίο τις βγαίνουν κορίτσια μικροσκοπικά
με ματωμένες μήτρες που στις μήτρες του έχουν άλλα κοριτσάκια πιο μικρά
και μέσα από τα μπούτια της βγαίνουν αγόρια, πολλά, με διαλυμένα μέλη,
αρπάζονται απ' τα κορίτσια και τους δαγκώνουν τα μικρότερα κοριτσάκια στις μήτρες τους
κι εγώ συνεχίζω να βαράω με λύσσα το κουφάρι
μέχρι να βγεί από μέσα υγρό πυχτό, ιερό χύσι και πορσελάνινα μέλη από κούκλες
τόσο πολύ που αναμυγνεύεται με το αίμα και το ξεπλαίνει, το αφοπλίζει
και τα μικρά πλάσματα, όλα χάνονται μέσα σ αυτό το υγρό
κι εγώ ανάμεσα στον οργασμό και την καταστροφή μου
σταματάω πια να ξεκοιλιάζω το κουφάρι
έχει πια γίνει μια άμορφη λευκή μάζα από κόκκαλα
έχω ταχυπαλμία αλλά ηρεμώ, ηρεμώ.....
ηρεμώ.

κάθομαι στο σκοτάδι και ψιλαφώ το αίμα στα μπούτια μου.
τα μάτια μου είναι κλειστά και τώρα μισανοίγουν, όμως δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα.
ψιλαφώ τα μπούτια μου, τω σώμα μου όλο, είμαι γυμνή.
νιώθω υγρά παντού γύρω μου, το στήθος μου βγάζει γάλα!
γάλα, παχύ λευκό γάλα κυλάει παντούπασαλείβω μ' αυτό το πρόσωπό μου
βάζω στη χούφτα μου γάλα και το πίνω.
ζαλίζομαι ακόμα, αλλά στις φλέβες μου νιώθω να κυλάνε
γάλα, και μέλι και ένας ρυθμός σαν νανούρισμα με τη μορφή φλέβας
μέσα μου
με παρακινεί να χαμογελάσω στον Πατέρα Θάνατο
και το γέλιο μου ηχεί στο σκοτεινό δωμάτιο και μου αντιγυρίζει
πιο βαθύ και πένθιμο
σαν γέλιο κάποιου άλλου.

δεν ήταν κανείς άλλος εκεί να το δει ή να το ακούσει
αυτό το γέλιο όμως είναι ραμένο πια στις φλέβες μου
και πάντοτε με διώχνει απ' τον κόσμο
σαν να μου μιλάει με απόλυτη στοργή και λύσσα μαζί
μου λέει "κάτσε και μάζεψε όλα τα μικρά πτώματα
απ' το δωμάτιό μου, και φύγε, φύγε, μακρία
να μην σε ξαναδώ."

Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

σερβίροντας γλυκό του κουταλιού σε αόματους δρυοκολάπτες

τα δάχτυλα μου ακουμπούν πάλι την ταράτσα.
είναι μέρα μεσημέρι και τελικά μετάνιωσα να αυτοκτονήσω
και τώρα προσπαθώ να σκαρφαλώσω και να αναρριχηθώ.
ποτέ δεν είχα καμία σχέση με την ορειβασία και είναι κάπως παράξενη αυτή η στιγμη.
καθώς το σώμα μου τραντάζεται σκέφτομαι την αδερφή μου με τη μεταξωτή της πιζάμα
να με κοιτάζει στα μάτια σαν να μου λέει "εγώ στα έλεγα, δε στα έλεγα;"
μέσα από την αιώνια μητέρα μου, αυτή με τα πετράδια στα μαλλιά και τα μπαρόκ σκουλαρίκια
είδα ξανά να αιωρείται η υπόνοια της συντριβής της, όμως δεν είχα το χρόνο να αφήσω τη σκέψη μου να επεκταθεί σ' αυτό.
κάπως δάκρυσα πασχίζοντας να ανέβω πάλι στην ταράτσα και μια ευφορία με διαπερνούσε καθώς ο κρύος αέρας της στενάχωρης γειτονιάς μου έμπαινε μέσα απ' τις τρύπες της μάλλινης ζακέτας μου.
αν είχα μόλις πριν πεθάνει, ίσως τώρα σ' ένα παράλληλο σύμπαν να ήμουν ο θρύλος της ορειβασίας
που με χέρια γρανάζια και πόδια καρφιά, σκαρφάλωνα χωρίς κανένα στήριγμα στα πιο μετέωρα λόγια, κοριτσιών που κάποτε αναδιπλώνονταν στα κρεβάτια τους όσο τους διηγούμουν τη θλιβερή ιστορία μου. "μόλις ανέβω, θα πάω μια μεγάλη βόλτα, θα γυρίσω όλη την πόλη μέχρι να ματώσουν οι φτέρνες μου. κι όταν γυρίσω θα βγάλω τα παπούτσια μου, αλλά δεν θα θέλω να κοιμηθώ. θα τριγυρίζω μες το σπίτι ή θα αρχίσω να παίρνω τηλέφωνα. θα μιλάω μέχρι να με βαρεθούν όλοι κι ύστερα θα γράψω τα όσα σκεφτόμουν καθώς πήγα να πέσω." βάζω όλη μου τη δύναμη και με μιας βρίσκομαι ανακούρκουδα στο τσιμέντο της ταράτσας. από εδώ φαίνεται όλη η πόλη, τα συντρίμμια των οικοδομών και οι μικροσκοπικοί άνθρωποι, κι αυτό με ανακουφίζει κάπως και αφήνομαι στα χέρια της μητέρας μου, που μόλις ήρθε και με αγκάλιασε με τα καυτά της δάκρυα.

λίγα δευτερόλεπτα περισυλλογής, και το γελοίο σύμπτωμα της ανακύκλωσης

εκτόπισα τους γύρω μου
μ' ένα παράπλευρο νανούρισμα για την φοριτή κοιλάδα
που κάθομαι καμιά φορά όταν περιπλέκονται τα διανοητικά μου σκυλιά.
αγγίζω τις γραμμές του πενταγράμμου με μια υπόνοια ότι αυτό που θα έπρεπε
να έχει ήδη εκτελεστεί, με έχει κιόλας διαπεράσει
καθώς σκουντουφλάω στα όρια που έχω γραμμοσκιάσει στο κούτελο του χρόνου.
δες, είναι σαν να παραπαίει κάτι κι εγώ να το κοιτάζω χωρίς ιδιαίτερη όρεξη να το βοηθήσω να στιρηχθεί.
βρίσε με  αν θες, αλλά δεν νομίζω πως θα βοηθήσει και πολύ την κατάσταση.
δέκα δευτερόλεπτα πριν, αν είχα εκτελέσει άλλες κινήσεις ίσως τώρα βρισκόμουν αλλού.
αν το πάμε έτσι όμως, 2 χρόνια πριν αν είχα εκτελέσει άλλη ακολουθία κινήσεων και παράλληλα
σκέψεων, τώρα θα βρισκόμουν πάλι αλλού. κατά συνέπεια, όσο αποκλίνω απ' την τωρινή μου υπόσταση, τόσο πιο αισιόδοξα με βλέπουν οι φίλοι μου στο νηπιαγωγείο όταν αυτοσαρκάζομαι.
όμως τώρα που το σκέφτομαι ίσως μου καεί το φαγητό.

οι ψεύτικες βλεφαρίδες του Ζαν Πωλ Σαρτρ

κάθε φυγόπονη νύχτα, με εγκαύματα στους αγκώνες
και σπασμένα κόκκαλα, ο απόγονος του Ζαν Πωλ Σαρτρ
καίει μερικούς τόνους βιβλία μαζί με λανθασμένες εντυπώσεις
για την απολυτότητα της γραφής.
δεκαεννιά χρονών τον σύρανε στην κλινική και δύο χρόνια αργότερα
αποκλήρωσε τον εαυτό του από κάθε είδους κηδεμόνα.
δίπλα στο τραπεζάκι με τις εικόνες που τύπωσε πριν λίγες μέρες
-χρησιμοποιώντας μιγαδικές συναρτήσεις είχε φτιάξει κάποια ασαφή πλέγματα
που τον ανύψωναν στο βάθρο των μαθηματικών και της πληροφορικής-
βρισκόταν τώρα η γνώριμη μορφή ενός μισητού πατέρα.
η αιμοραγία του αποθανόντα συγγραφέα
έκανε τις ψεύτικες βλεφαρίδες του να μοιάζουν με καλειδοσκόπια
καθώς αράδειαζε τη δύσπνοια στα βρώμικα χαρτιά του παρελθόντος.

"Συχαίνομαι ό,τι έχει να κάνει με τέχνη" είπε βροντερά ο αποκληρωμένος απόγονος
 και κάθισε κοντά στη φωτιά που έκαιγε τα βιβλία του πατέρα του για να ζεσταθεί.





κάτι για μια ξεκοιλιασμένη οθόνη

ηχορυπαίνοντας την ανάστροφη δίνη του πολεμικού δωματίου
με τις αφίσες πολεμιστών και μεσαιωνικών αντικειμένων
μπλεγμένος με καλώδια και γαστρορραγία, φτάνει στο σημείο να πει
"θα το πετάξω το ρημάδι απ' το παράθυρο"
πιάνει το λάπτοπ απ' το αφτί και το πετάει από τον έβδομο.
καθώς πλησιάζει αργά το κρεβάτι γεμάτο με χαρτιά που βρίθουν
από ανορθόγραφα ποιήματα που δεν διαβάζονται εύκολα
λόγο του άτσαλου γραφικού χαρακτήρα και ζωγραφιές με εικονογραφημένα
επινοήματα του λάβκραφτ, ανακατεμένα με γελοιογραφίες της μητέρας του
και κάτι αποκόμματα παλιών εφημερίδων
το αγόρι που λάτρεψα, βγάζει καπνό απ' το στόμα αποδοκιμάζοντας
την πλήρη ακαταστασία που έχει προκαλέσει στο δωμάτιο.
βγαίνει και κλείνει κάπως βαριεστημένα την πόρτα
κατευθυνόμενος προς την κουζίνα θα φτιάξει μια θεόρατη ομελέτα.

πόδια στο λόφο

με την πλάτη γυρισμένη στο κοινό
ο πρωταγωνιστής των αφύσικων στιγμών
κοιτάζει τον μαυρισμένο άδειο τοίχο στο βάθος.
κάτι απ' την ακινησία του μοιάζει με πίξελ, και το μυαλό του
μηχανικά εξετάζει όλα τα γεγονότα της ζωής του
σαν να ήταν κάποιου είδους κρυφά δεδομένα.
η φύση του προβλήματος απαιτεί μεγάλη αφοσίωση
και ο μαυροντυμένος άντρας με το πλακουτσό μέτωπο
ξεχνάει να εναρμονιστεί με το ρόλο του την ώρα που έχει
αναγραφεί στο πρόγραμμα.
τα πόδια του τώρα τρέχουν στο νοητό λόφο
κάποιου διχοτομημένου οριακού πλέγματος.
ένα επιλεκτικό κενό αναδιπλώνεται στη μνήμη του
σαν εσφαλμένο αλλά ηδονικό ξεφούσκωμα .
ο άντρας χαμογελάει απρόσκλητος
στο πανηγύρι της μίμησης του κρανίου του
και με αργές κινήσεις τοποθετείται πάλι στη σκακιέρα.