Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

ο ποιητής μινόταυρος
παίζει με τα στάχια του
στο λαβύρινθο

κι όλο κοιτάζει
τον θησέα να έρχεται
κι όλο έρχεται και τον σκοτώνει
ξανά και ξανά
κάθε φορά που κάποιος
εξιστορεί το μύθο

μα δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν
ο μινόταυρος

αλλά γιατί έμεινε στην ισορία
ως τέρας;

εγώ τα είδα

τα στάχια του
σχημάτιζαν
πληγές

κοιτώντας ένα νεκρό ψάρι που δεν ξεκολλάει απ την παλάμη μου

είναι μέρες που δαμάζω τον θάνατο σαν κάτι απρόοπτα δικό μου
και είναι μέρες που κινούμαι γύρω απ το σφαιρικό κλουβί
που πάντα περιέχει το ομοίωμα ενός κουλουριασμένου άντρα

η φωνή μου πάλλεται σε συχνότητες μεγάλων σιωπών
που ανακυκλώνουν το σώμα μου σε λέξεις

όλη μέρα ξεβράζω θαλάσσια κήτη
και μετά
τα μνήματά τους στο δωμάτιο
ραντίζω που και που με λύσσα
ενώ ένα ένα ξεκολλάνε τα μέλη μου
και τρέχουν μακριά μου
μα ποιος έδωσε πρόσωπο στη σύγχυση;
ποιο αναλγητικό νανουρίζει καλύτερα τα βράγχια;

ένα αιδοίο θηλυκής αμοιβάδας
ρουφάει αργά τη σπονδυλική μου στήλη
μένω αναίμακτη όσο και λάγνα
στο κατατονικό περίβλημα του δέρματος

έχω χέρια που μασάνε κοράλλια
χέρια μιας χρήσης
και χέρια για να γαργαλάω τους μελλοθάνατους ήχους 
που αφήνει το μπλε καθώς νυχτώνει
χέρια για ξεκοκάλισμα και χέρια νόθα 
βοηθητικά στη μετενσάρκωση, σε περίπτωση βλάβης

η αυτονόητη γέννα του φόνου
ντύνεται γυναίκα και με αγκαλιάζει 
γίνομαι συρμάτινη και της τσιμπάω τις ρώγες

παίζουμε ένα παιχνίδι;
ένα μνήμα για σένα ένα για μένα
μου λέει και αρχίζει να κλαίει στα ψέματα
έχω κολλώδη δάχτυλα εδώ και μερικά λεπτά
μετράω τους πολυελαίους στο πρόσωπο ενός κτήνους
αυτός που φωτογράφησε το βλέμμα μου μέσα απ' το ενυδρείο
αυτοκτόνησε, μόνο αυτό τόνισαν στις ειδήσεις των οκτώ


το ψάρι μου αρχίζει να αποκτά πολλούς μαστούς
κι όλο με ρωτάει αν θα το βυζάξω
αλλά δε το νοιάζει αυτό

το λέει
γιατί νομίζει ότι μετά θα το πνίξω



Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

η μικρή

πεταξε
μακρυα
ο ακροβατης δεν ισοροπει πια
εβγαλε φτερα και εφυγε
και πηγε ψηλα στα αστερια
αλλα του ειπα να μην παει στο φεγγαρι γιατι θα ναι μονος



οταν εφυγα απο το οπλο ειχα πολυ ταχυτητα
και την πλησιαζα
πολυ..
και οσο την πλησιαζα με κοιταζε
νομιζα οτι θα κρατισει για παντα
ηταν τοσο ωραια
της ειπα οτι θα σκοτωνα αλλα μου πε οτι δεν φταιω εγω
με κοιταζε στα ματια
και πηγε να με αγκαλιασει
και οσο πλησιαζα μυριζα το αρωμα της
στην αρχη δεν μου κανε εντυπωση
αλλα μετα μου αρεσε
και ηθελα να πλησιασω και αλλο
την ειδα χαμογελασε
εστω για λιγο χαμογελασε
και νομιζα οτι μεθυσαμε μαζι
αλλα τελικα οχι
το οπλο αστοχησε
περασα διπλα της
δεν την αγγιξα νομιζω
μπορει λιγο στον λαιμο
αλλα εφυγα
και εφευγα συνεχεια
και την εβλεπα να χαμογελα σε αλλες σφαιρες
και αραια και που να κοιτα τα αστερια αλλα οχι το φεγγαρι
της ειπαν το φεγγαρι ειναι πολυ δυνατο αλλα μαλλον την κοροιδεψαν
το φεγγαρι ειναι το καταφυγειο των νεκρων
και αυτη ειναι περα για περα ζωντανη
την ειδα
την πετυχε μια αλλη σφαιρα
διανα
και ειναι χαμογελαστη
κατι πεθανε ομως
δεν ξερω τι
ειμαι πια πολυ μακρυα για να δω
παντως ειναι χαμογελαστη


μου την γνωρισε μια μερα καταλαθος ενας βουβος
με πηρε τηλεφωνο και ακουσα οτι ειναι η καλυτερη του φιλη
αλλα εκανε λαθος
μαλλον ειχε ξεχασει ανοιχτη την τβ
και κει που μιλαγαμε μου πε ξαφνικα
ειναι ψηλα
θελω να τον φτασω αλλα ειναι ηδη πολυ ψηλα
εκλαψα
ειχε πεσει και δεν ειχα χερι
ηταν κατω και γω κοιταζα
και η αλλη φιλη του γιορταζε
ειχε επετειο με τον θανατο
ενας χρονος λιγοτερος
και ομως το γιορταζε και το χαιροταν


της επεσε απο τα χερια
το κραταγε γερα ή ετσι νομιζε
αλλα κοιταξε εμενα και της επεσε
και τωρα αντε να το ξαναφτιαξει
το περιμενε καιρο
και το ηθελε σαν μωρο
αλλα της επεσε
ισως δεν της το δωσε καλα αλλα δεν εχει σημασια
αντε να το μεταφερει τωρα
και εσπασε τελικα?

η νυχτα δεν πεφτει στην αθηνα..
μονο αναβει
αναβει μεχρι να την σβησει το φως του ηλιου
αλλα εμεις θα κλεισουμε τα ματια
χωρις ψυχη
θα κλεισουμε τα ματια
πρεπει να αυτοκτονησεις λιγο πριν την ευθεια
ειδες?




είδες που σου λεγα ότι είσαι μικρή
ή δικιά μου
ή και τα δύο?

ένα δευτερόλεπτο πιο κάτω κι έπεσες
μέσα μου ή ξόφαλτσα στη νύχτα
το πρόσωπό σου είναι το φεγγάρι
αν και τα χαλάτε λίγο στο μέγεθος
το μέγεθος πάντα είναι ευμετάβλητο 
εκεί που νομίζεις ότι πέφτεις στο μεγάλο το κενό
όλα τόσο μικρά σου εναντιόνονται
μέχρι πού φτάνει το κενό
και γιατί να είσαι γυναίκα;


είδες που σου λεγα ότι είσαι μικρή
ή δικιά μου
ή και τα δύο?

ο ακροβατης τελικα επεσε
εσπασε το σκοινι με τα φτερα
και εβγαλαν αιμα
πολυ
αντιο
ευχαριστω
συγνωμη

καλωδιωμένη

-μες το μυαλό σου ειμαι;
-γι αυτο εχω πονοκέφαλο.


Ι

οι έλικες γυρνάνε
τροχοπέδι των αστείων
μορφασμών σου
φοίνικες,
παντού στρατός εξαγριωμένων λύκων
ξέχασε τα πρόσωπα
είναι θωλά κι αόματα
ζητούν ασβέστη
τρέφονται από σάρκα
φύγε!
η ρυπογόνη κόλαση σε χαιρετάει
απομακρύνεσαι απ' το εγώ
ανάλγητα
σχοινιά χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο
παρατηρεις
τη γκρίζα μορφή
περιπλανόμενος φονιάς
με χέρια θεού
και νύχια τσιγκάνου

ΙΙ
επάνω στο λευκό μελανιασμένο δέρμα μου
εφάπτεται η οριζόντια θλίψη, ακέραιη λόγχη
στις νοητές απειροστές ευθείες που ορίζω
υπάρχοντας προκαταβολικά, στο χώρο.

ΙΙΙ

περιστρέφω γύρω απ' το μπουκάλι
με τα δάχτυλα
ένα κέρμα

περιδίνηση στην άγρια πόλη
με τους άνευρους θεσμούς της

έξω κάνει ζέστη αν και έβρεξε
είναι επειδή
προσπάθησα να συμφιλιωθω
με κάτι

IV
οι άκρες των καλωδίων μου είναι γυμνές
με αυτά τα μπλε και κόκκινα συρματάκια τους
σε χαϊδεύουν
ηλεκρίζονάς σε

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2015

νερά

τι είναι αυτά τα μικρά νερά που σχηματίζονται πάνω μου
μοιάζουν με κρατήρες από υγρασία
όχιο υγεία υγρία υγρόφυρτη στραγγισμένη με σφουγγάρι ψεύτικο
νωθρό
δεν είναι πια πορτοκαλί το χρώμα στα μαλλιά μου
ούτε οι ουλές μου ρόδινες
μακριά με χέρια να σχηματίζουν τα ξενύχτια μου
τα επόμενα, τα πρόχειρα
κατασκευές από μετάξι, από πηλό
παίρνω ταξί για ναυαρίνου δεν αντέχω να περπατήσω
αν συρθώ μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης
μπορεί να εισχωρήσω σε κάτι απρόοπτα μπλε
που είναι / είναι ένα μικρό ψυχιατρείο
ή ένα ενυδρίο που μόλις έκλεψα από να ψυχιατρείο
με λεκιάζεις με μνήματα δράκων
δυσ-τοπία, έμαθα να λέω λέξεις από σίδηρο
να φτύνθω φθιάφι σαν ξυράφι και μαι λέξη από τοξίνη
τόξινη μελαμίνη
δίνη
χύνει
με λυγμούς μια πόρνη
φτιαγμένη από φίλντισι
ξεσκισμένο πορτοκαλί πυχτό σαν βλένα
φυ-τρώνει
άτρωτη μελατονίνη και
αν μείνει
θα χει ξεχάσει τελείως το χρώμα της κίνησης
πριν αγοράσει αυτό το τεράστιο
φουστάνι από ουλές αγγέλων ή
βλέμματα παραπληγικών μαέστρων

-ζαβολιάρα.
-ζαβολιάρη
-ζαβή σαλιάρα
-θα σε βρέξω θα σε πιτσιλήσω
-με νερό;
-με νερό.

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

στον Γιάννη Κοντραφούρη

κάτι μου λένε αυτά τα ψεύτικα χέρια.
κάπου πηγαίνουν όταν αυτό το ημίαιμο κορμί ακροβατεί.
ίσως αυτά ψιλαφίζουν τα άκρα μου όταν το σώμα αυτό βρίσκεται σε σήψη.
έχω χιλιάδες μαστούς να χαϊδέψουν
χιλιάδες αλαλλάζοντα πρόσωπα να σκαλίσουν
η σκονισμένη μου καρδιά με υπερβαίνει όταν υπνοβατεί αυτό το σώμα.

κάτι ψελλίζουν αυτά τα ψεύτικα χέρια.
για μια γυναίκα που δεν άγγιξα και λένε πως σέρνεται μέσα μου σαν την πιο
δυστυχισμένη πόρνη.
η γυναίκα που αναμασάει στοχασμούς και κάνει άγριο έρωτα με φθισικά έντομα.
ξέρει πάντα ποια έντομα να διαλέγει,ποια είναι τα άρρωστα έντομα.
τα πιο ανυπόφορα και αηδιαστικά, μόνο αυτά αφήνει να της τσιμπάνε την ξεβαμένη σάρκα.
μα δεν τα αφήνει να σπαράζουν για πολύ.
τα κρύβει μέσα σε μικρά υγρά μπουκαλάκια από στριχνίνη.
όταν η ώρα κομπιάζει και ντρέπεται και τα ρολόγια αυνανίζονται
και αυτά τα ψεύτικα γελοία χέρια, πλησιάζουν τους σάπιους λεπτοδείκτες τους
μαγνητικά και διεισδύουν ύπουλα και αργά σαν μητροκτόνοι παιδεραστές μέσα απ' το
στρογγυλά πένθιμο γυαλί επιβάλλοντας την ακινησία τους,
στον ύπνο μου μικρά παιδιά αγκαλιάζονται, και τα συμφωνιμένα μάτια τους
έχουνε ήδη στραγγαλίσει την μητέρα μου.

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

στο ημίφως

έβλεπα το πρόσωπό της μέσα απ' το ξεβαμένο γυαλί
κι οργίαζε το μυαλό μου φθισικό και σκουρόχρωμο
όσο εκείνη εναρμόνιζε το παιχνίδισμα των μηρών της με το νέκταρ
του μυαλού μου

βήματα ελαφρά και ξυπόλυτα
μές τη σιωπή που σκούζει όταν λύγιζε τη μέση
μ' ένα λευκό πανί σκέπαζε στο ημίφως το πρόσωπο
και γέλαγε ισχνά και κάπως καταραμένα
μέσα απ' τα προβολικά της δάκτυλα
μου έδινε αργά και απαλά τους χυμούς της

έκλεισα σφιχτά τα μάτια καθώς άνοιγε τα χείλη
μέσα στον υπόκωφο χορό της διέκρινα τα όπλα του θανάτου
περίστροφα, αυτόματα πολυβόλα και μικρά μωρά με μάτια φλογοβόλα
όλα στη μήτρα της περιέρρεαν κάτι ακατονόμαστα γόνιμο
και ακανθώδες

"δες με" κοιάζει μια στο ένα μου μάτι μια στο άλλο
"δες με όπως θα κοίταζες το πρώτο σου ποίημα
μετά από χρόνια
πλησίασέ με σαν ηχώ στο πρώτο της άκουσμα
μέχρι να αρχίσω αργά να πάλλομαι
μέχρι να μην ξεχωρίζει ο ρυθμός απ' τα κορμιά μας"

τα καλειδοσκοπικά σχήματα την έκρυψαν
κάπου στο πιο λυκοφωτικό σημείο του δωματίου της
έσφιξα με τις παλάμες τα σεντόνια σχεδόν αγκομαχώντας
και βρίζοντας οι κόρες των ματιών κατεβασμένες
κι εκείνη ακόμα να γελάει παράφορη, γυμνή και τόσο αφόρητα
ηδονική, που δίχως καν να την αγγίζω
έτρεμε