Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

κάτι από μένα πασχίζει να μου ξεφύγει

πέρα απ' τον τοίχο του ύπνου δεν εχω άλλα λόγια πειραματικά να εξηγήσω τη μετάγγιση του εφήμερου πάνω στην πέτσα μου. η κούραση βαραίνει τα οστά μου και οι λέξεις αναμετριούνται με τον ανεστραμένο λεπτοδείκτη. το άχρωμο δωμάτιο μου μιλάει για τους χαμένους ποιητές των ημερών και οι κατσαρίδες ψιθυρίζουν τη συντέλια των κάλπικων παιδιών. η αλήθεια μου βυζαίνει απ' την αποσυντεθυμένη τρύπα, τη μαύρη ανάσταση των πέρα απ' το νου μου περασμάτων, όταν τρεκλίζω σε διαμελισμένα άσματα, η πιο βαθιά ρίζα της υπόστασής μου δε βρέθηκε σε κανένα πραγματοποιήσιμο σύστημα, όταν σε κοιτάζω μέσα απ' τον τοίχο του ύπνου όλα φαίνονται αδιάστατα, αόματα διαστρεβλωμένα όμορφα κι απάνθρωπα απλά.


βλέπω οάσεις μέσα μου ανεξιχνίαστες να αυτοπυρπολούνται, όταν κανείς δε βλέπει ή δεν ακούει, κάπως ανασυγκροτώ το πεταμένο κορμί μου και το κάνω να ξεχωρίζει απ' την υπόσταση του σύμπαντος, νωχελικά σε συμαζεύω απ' το πανηγύρι των σκιών σου, όταν κι οι δυο τυφλές ξεσπάμε στα άνευρα τετράδια και στις ηχορυπάνσεις, σου μιλάω μέσα απ' το πηγάδι, ξέρεις πως δεν μπορώ να μιλήσω αλλιώς, ό,τι κι αν πω θα είναι ελάχιστο μπροστά στον κατακλισμό της σιωπής μας
-ειμαι βιβλιοθηκη.συγνωμη.προχειρα
ξερω...
Τέλος συζήτησης

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

παράλυση

αν κάποτε
ξεφτίσω
και το σώμα μου απλωθεί
σαν άνευρο παιδί
στο πάτωμα
τότε πες τους
πως παρέλυσα
απ' την ανάγκη μου
για μια παράταιρη ερημιά
μακριά απ' τα ματωμένα δάκτυλα
και τις ηδονικές παραισθήσεις
κι όποιος ρωτήσει
τώρα πώς θα συνεχίσει η ανθρωπότητα
χωρίς εμένα (!)
πες του
το χάος δε συγχωρεί
αναδιατάσσεται
ελίσσεται
και διεισδύει απότομα
στα διάτρητα πλέγματα
μου μας εννόνουν
και μας απωθούν
ταυτόχρονα.

κι αν κάποιος πει
πως ήταν συνεννοημένος θάνατος
για να κυλήσουν πια ομαλά
τα πράγματα
πως όσο υπήρχα
όλα μετακινήθηκαν σε λάθος θέση
πες του πως είναι αργά
να αντικατοπτρίζει το δικό του θάνατο
στα μάτια μου.

τι φταίει για τη σιωπή μαμά;

έχω ορθάνοιχτο το στόμα
σαρανταπέντε δευτερόλεπτα
και προσπαθώ να ρουφήξω
ό,τι απ' τον κόσμο με κατασπάραξε

ξέρεις
είναι κάπως επικύνδινο να παίζεις μαζί μου
δεν είμαι σαν τα άλλα κοριτσάκια
έχω φωτιά μες το στομάχι
και αναπάντεχες κρίσεις σπασμών

θες να παίξουμε μπάλα με το κεφάλι μου;
όμως ίσως ανατιναχτεί στα πόδια σου

μπουκώνω συνεχώς με ιδέες
και τις ξερνάω μάταια
στα νεκρικά σεντόνια μου

δεν αγαπάω κανέναν
μέσα απ' το καλειδοσκόπιο
όταν με αργές κινήσεις
μου γυρίζεις
τα μάτια

θες να ανατιναχτούμε μαζί;
εσύ με τις παντόφλες-λαγουδάκια
κι εγώ με την κουβέρτα-μπέρτα μου
σαν βασιλιάδες στο παιδικό μας δωμάτιο
με κάτι απροσδίοριστο στο στήθος
να μας σκάβει

ξέρεις
πως αν διαστέλλονται οι κόρες
των ματιών
ή οι δικές μας οι αγένητες κόρες
αυτές με τα σκισμένα πέπλα και τις νότες
στα μαλλιά
είναι επειδή η εγκυμοσύνη δεν κρατάει για πάντα
και κάποτε ξεφούσκωσες
και χάθηκε το πρώτο εκείνο σάλεμα
των νευρικών κυτάρων

τι φταίει για τη σιωπή
που μου ανασταίνει το εγκεφαλικό μου χάος
κάθε λεπτό

τι φταίει για την αφόρητη σιωπή μαμά;
που με διαλύει ενώ εκρύγνυμαι
κι εσύ κοιτάζεις
απελπισμένη και βουβή
πώς πυρπολείται η νιότη μου
και καίγονται τα σωθηκά μου
απ' την υπόταση

 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

φωνή μέσα απ' το συρματόπλεγμα


υπάρχουν κάτι τύποι στα σκονισμένα μου βιβλία
που σου μοιάζουν κάπως
με μια πελώρια νωχελική αναπνοή
και θωρακισμένα στομάχια
και οι νύχτες τους είναι κλειδωμένες στα υπόγεια
τις αμπαρώνουν με τα γαμψά νύχια των τεράτων
που απο μικροί ανάθρεφαν στο παιδικό δωμάτιο
κι οι κραυγές τους είναι τόσο λεπτές
σαν κοριτσίστικες φωνές
μέσα απ' το συρματόπλεγμα.

τα καταφαγωμένα πρόσωπα
δεν έχουν υπόμνημα
που να σε κατευθύνει πώς να ξεθάψεις την αλήθεια τους
είναι μπλεγμένη με τον παραλογισμό των ονείρων
και το αβάσταχτο κενό της σύνθλιψης
μα το βλέμμα τους
είναι αυτό το τόσο καθαρό
είναι η φλεγόμενη γη κι η παγωμένη θύμιση
αντικατοπτρισμός του μεγαλείου και του γελοίου
καρφώνουν με τα μάτια τους τις αντιθέσεις
και γραπώνονται απ' τις παραισθισιογόνες λέξεις
ύπουλη η λήθη κι ανυπόφορη η ανάμνηση
μα είσαι μικρή και άσπιλη
μέσα στο παραμιλητό σου
όταν υγρά τα πρόσωπά τους σε κοιτάζουν
και περιμένουνε να ξεφυλλίσεις κάποτε το χάος

όταν ξεσπάς
σ' ακούν μέσα από τον ταραγμένο μου καθρέφτη
κι αυτόματα η μοναξιά μας αναιρείται