Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

αναρρόφηση

ποίηση
κρεματόριο για ημίτρελους νοσηλευτές
που φέρνουν γράμματα σε μπουκαλάκια απ' την παραμεθόριο
γη φιλάσθενων τυχοδιωκτών που όλοι τους εμβολίζουν
κοινή γυναίκα υψίφωνο
που μ' ένα παραιτημένο χέρι ζητιάνου ή νταβατζή
πιάνουν μολύβι.

ποτέ με το δικό τους το αιμόφυρτο
οι αποικίες των κβαντικών ωρών της μνήμη σάπισαν
σε μια προσπάθεια επούλωσης της μήτρας

στέκομαι υπόδικος με μυριάδες κεράσια στο στόμα
φτύνω το κόκκινο και καταπίνω τα κουκούτσια
λέρωσα πάλι το σεντόνι σας Ωχρή Ξεκούρδιστη Μητριά μου
μισητή μου ποίηση
άλλη μια γραντζουνιά στον οισοφάγο γιο της ύψωσης
για να πετύχω το πιο φάλτσο γέλιο

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

οι νηφάλιες των υπογείων

με τράνταξε ένα ρεύμα κινούμενο,
μια υποκατάστατη κόλαση
αναλγητική γυναίκα

-γιατί άσφαιρο; γιατί είναι άσφαιρο;

κούρνιασε στον ισκιο των γιγάντων
νύμφη χωρίς χέρια, σώμα θωλό
με παρεμβολές
και το σήμα μου τώρα της εκπέμπει
σπασμούς και άλλα μείγματα

-η στύση μου είναι δώρο, είναι ένα δώρο για σένα.

της λέω χαμηλά, υπάκουα, στεγνά
παραπλανητική παίζει με σχήματα στα δάχτυλα
η όραση πλανητική, με χάντρες ανάμεσα στα πόδια της
να μην ξεχωρίζει η κλειτορίδα.

μέσα από την στοά, σκουριασμένη νηφάλια
μέσα σε πρόωρο οργασμό με δόντια νυστέρια
ύαινες και σαρκικά παλεύω να γελάσει
αλλά δεν γελάει, φλερτάρει με ένα θάνατο ορισμένο
κάπως διαφορετικά
είναι η κίνηση του αμιγούς, το τόξο των εκκλησιαστικών οργάνων
που ενώνει με κάτι το θεϊκό ή την απάτη του
και το αγγίζω
το αγγίζω μαλακά κοιτώντας την
κορίτσι του ρίγους σε κάθε του ηχόχρωμα
και η στάθμη του νερού σιγά σιγά ανεβαίνει.

-γιατί άσφαιρο, πώς θα παλέψεις;

ψιθυρίζει και τρίβεται, σε μια χορευτική ομοιότητα με τις βασίλισσες
που παριστάνουν της σκλάβες για να νιώσουν πόνο
αυτές που τον πόνο δαμάζουν και τρέμουν μόνο όταν
παύουν οι βιαστικοί και βιασμένοι άνθρωποι των δρόμων

θα σηκωθεί και με κινήσεις δεσποτικές
θα εννοήσει σωπάστε / πάψτε όλα
ό,τι με περιβάλλει σταματά
και υποκλίνεται στην ανάσα της
μια ανάσα γόνιμη που πλησιάζει
καθώς τρίβεται
και με παρακαλά να συνεχίσω
μόνο επειδή με παρακαλά
και πέφτει υπάκουο σκυλί στα πόδια μου
αγγίζω το βρεγμένο της κρανίο
αργά καθώς αγγίζομαι
και η στάθμη του νερού ανεβαίνει

σκύβει κι οι ρώγες της βρέχονται
στην άκρη τους
-υπάρχει τελικά οι μουσική ακόμα κι όταν δεν την ακούω
υπάρχει εκείνη η μουσική που μπορώ να δω
λέω και θαυμάζω τα σταφύλια στο στέρνο της
υπνωτικά βελούδινα, απάνθρωπα

-γιατί άσφαιρο; γιατί;

και οι ρώγες είναι σφαίρες για το όπλο μου
ριγμένη ίσια μπροστά μου, δαγκώνει, δαγκώνεται
νύμφη χωρίς Θεό χωρίς μητέρα
υπερλειτουργικά αινίγματα και λέξεις με αλγόριθμο
και ηχώ, που βλέπω, όλα τα τρώω με τα μάτια μου
και υγραίνεται με αυτό το πετάρισμα των βλεφάρων
η υπόγεια γδύνεται μέσα σε μικρούς κυματισμούς
γλύφοντας το αίμα πριν το παρασύρει το νερό

-η στύση μου είναι ένα δώρο για σένα

νιώθω χιλιάδες βρεφικά κεφάλια να μαλάζουν το ένα το άλλο
με εναλλασσόμενη ορμή προς το εσωτερικό
πάλλεται και συσφίγγεται και πάλι απορροφά και τρέμει
δεν ορίζεται καμιά απόσταση από τη σάρκα στη σάρκα
και η στάθμη του νερού ανεβαίνει

φωλιασμένος ώρα στην άκρη του χρόνου
όπου μισοκόβονται οι άνθρωποι σε ετοιμόρροπα ημισφαίρια
προστάζω τον ομφάλιο λώρο της γης να σπάσει
μ' ένα κενό μνήμης, ένα άσφαιρο και υγρά μέλη
μ' ένα βρυχηθμό, προστάζω τώρα την έκρηξη
πιέζοντας τις σάλπιγγες, τον υμένα
βαθιά μέσα στα όρια του παραλόγου
και της κίνησης, διχοτομώντας
κάτι που θα μπορούσε να είναι ένα κρανίο

η στάθμη του νερού δεν ξεχωρίζει πια
κι εγώ δεν πίνω αλκοόλ, δε το χρειάζομαι
έτσι κάθε βράδυ πνίγομαι
με τις νηφάλιες των υπογείων

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2015

επιθανάτια σφραγίδα στα μάτια αστικών κοριτσιών

μεγαλόπρεπα νυστάζει η πόλη
καταπίνοντας τις ιστορίες των εγωκεντρικών ομοιωμάτων
τους είδους /  
κύκλοι κύκλοι με περιστρεφόμενους εσωτερικούς λαιμούς

ή λαιμητόμους / ή εγγενείς φαυλοειδείς εμπαιγμούς

η Γυναίκα κοιμάται στα χέρια υγρών αστικών κοριτσιών 

οι βραδυφλεγείς τάσεις τους να αποσύρονται απ' τις σφαγές
να σαλιώνουν φεύγοντας το πεζοδρόμιο

τα ανδρίκελα θαυμασμού σε χαπάκια των 100 μιλιγκράμ
τοποθετώ ήσυχα και αρρενωπά σε βαζάκια δειγματοληψίας
θα κάνω ένα πείραμα.

τι ώρα είναι;
τι ώρα είναι όταν μπορώ να φεύγω;

μικρός είχα ένα συρμάτινο χέρι
που έμοιαζε με τοπίο από θωρακισμένα σώματα

μικρός είχα μια υπόνοια αφής
αφή = ακατέργαστη μετάγγιση σπασμών

αντ' αυτού:
οι μέρες είναι στοές και μέσα τους υπνοβατούνε λύκοι
έτσι τους έλεγα και νόμιζαν πως δεν ήμουν εγώ
πως με παρίστανα
μου είπε
ωραίες και οι λέξεις αλλά προτειμώ να σου γλείψω το πέος

τι ώρα είναι;
τι ώρα είναι όταν μπορώ να σε κοιτάζω;

το αστικό της πρόσωπο μου φέρνει αηδία

δεν μπορώ να υπάρξω ξέχωρα απ το παραπλανητικό σου χαμόγελο
μέσα απ' το μοκόκλ των υποθέσεων με κοίταξες

μην μιλάς άλλο μου λέει
θα γίνεις αστείος
θα γελάσω

είναι αόμματα τα πρωινά στην αγκαλιά της πόλης
μέσα σε πλήκτρα, στο στόμα της γεννήτριας απορρόφησης
όλα εκκολάπτονται αργά
σέρνουν σπασμένα σώματα απ' τις οροφές στα υπόγεια κι αντίστροφα


ένα δύο;

τώρα με γρατζουνάει με το βλέμμα της

τώρα έχει αίμα στους μηρούς και βλέπει
μέσα από εμένα τη διάλυσή της
και ηδονίζεται

δεν καταλαβαίνει τίποτε
νιώθω άτρωτος

τώρα είμαι ένα μεγάλο συρμάτινο πέρασμα
έγινα το μεγάφωνο των φόβων της

τώρα συντρίβεται και μου χαμογελάει

φθισκιά μεταλλάσσομαι σε κίνηση
που ακροβατεί στις λαξευμένες πλευρές του σώματος
αφινιάζω, παίζω πιάνο στο δέρμα της
ζωγραφίζω μαύρες κυλίδες σπέρμα
χύνω μελάνι
οργίζεται

τι ώρα είναι;
πότε γελάω;
πότε μπαίνει η σκηνή που πέφτω ατόφιος στο πάτωμα και σε παρακαλάω να μην φύγεις;
πότε θα το κάνεις εσύ;

-

λέει πως εγώ δεν είμαι άντρας
είμαι βραχιολάκι για τον αστράγαλο
είμαι κάτι που κουλουριάζεται
και με παρομοιάζει συνέχεια με υβρίδιο
και τέτοιες ιστορίες

δεν είμαι λέει μια οντότητα
είμαι ένας σωρός από μελάνι
είμαι κάτι που χύνεται
αργά και μαύρα στα μπούτια της

την αγγίζω στο μέτωπο
με το δείκτη του χεριού μου
στο ίδιο σημείο πάντα (μόνο το πρόσωπο αλλάζει κάθε φορά)
δεν πειράζει που δεν έχεις υπόσταση 
δεν πειράζει σε σκοτώνω όπως σε βιάζουν οι λύκοι των μοναχικών ημερών μου
δεν πειράζει που δεν καταλαβαίνεις
που το παιχνίδι μου είναι στημένο

της αφήνω μια μαύρη σφραγίδα που δεν μπορεί να δει

το πείραμα τελείωσε

ποίηση = μια αλλεπάλληλη ανταπώδωση εξαπατήσεων μεταξύ δύο ή περισσόερων όντων
-αφού ποτέ δεν είσαι μόνος όταν γράφεις
-ποιος το είπε αυτο;
-ο θάνατος


Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

φα δίαιση

-ολοι υποκαθιστουν τους εαυτους τους μεσω ρολων!

ειπε και ξάπλωσε με τα πόδια ανοιγμένα στο σχήμα που εχω οραματιστεί τη φυγή της

(οι νυχτες χωρις πρόσωπα ειναι δύσκολες, καρδιά μου, αλλά τα πρόσωπα χωρίς νύχτες δε μονολογούν, γιατί δεν μου απευθύνεσαι)

σκέφτομαι να της πω αλλά δεν το λέω
-νυστάζει το έρεβος όταν βλέπω τους ανθρώπους ως κάτι δυναμικά ασθενές

(είσαι πανέμορφη όταν αναβοσβήνουν οι άντρες και οι πτώσεις τους μοιάζουν με τα δάχτυλά σου)
σκέφτομαι. είμαι υπομονετικός.

τα πόδια της σαλεύουν σαν την οργή του Θεού

-όταν μιλάω είναι σαν να υπνοβατώ προς τη φράση που θέλω να πω, σαν να χουζουρεύω στην αναμονή μιας απάντησης.

(ξυπνάς ποτέ όταν μεταγγίζονται σιωπές;)
θα το πω
-όχι, με προλαβαίνει βραχνή-

-η μονομανία είναι μερικές φορές ένα χάρισμα, το χάρισμα είναι μερικές φορές μόνο

(είναι κόκκινη τώρα, πολλή κόκκινη, φέγγει από κόκκινο φως, είναι κόκκινη!)

-χθες βράδυ ήταν όλοι εδώ κι εγώ γέλαγα συνεχόμενα, υστέριζα μπροστά από κόκκινους καθρέφτες.
τώρα δεν είσαι εδώ

(οι νύχτες χωρίς πρόσωπα είναι δύσκολες, με πρόσωπα αφόρητες, είμαι βουβός σαν κινηματογράφος, σαν αυτιστικός μονομάχος - μια γυναίκα μου γλύφει τα πόδια και γελάει, το γλεντάει τσιρίζει- γύρω άνθρωποι, φωνές, με γλύφει και με σφίγγει, γελάει)
η σκέψη μου φεύγει

-μερικές φορές με κοιτάς σαν αφηρημένος καθρέφτης, ξεχνάς να με απεικονίσεις και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, είναι. . .

(είναι σαν να μην είσαι εδω; αυτό πήγε να πει αλλά δεν θα το πει, είναι κόκκινη, πολύ κόκκινη για να το πει)

αγκαλιάζεται με τα γυμνά της χέρια και ύστερα με το σεντόνι

-κάτι μέσα στους ανθρώπους αυνανίζεται με την ιδέα του χαμού τους. η νίκη του μυαλού που επιτέλους αποτεφρώθηκε το σώμα, το αχόρταγο βαρετό σώμα, αλλά πάλι αυνανίζεται

(με μπερδεύει, δεν μιλάει πια για ανθρώπους πια για νύχτες και νύστες, λέει για μυαλά, τρέχει αλλού, ποιος αυνανίζεται, ποιο σώμα, γιατί βαριέται το σώμα της; γιατί η σκέψη της είναι ένα ερμητικό κλουβί γιατί η δική μου ένα άλλο, ερμητικό κλουβί,΄μέσα απ' τις παραβιασμένες πόρτες του βλέπω βιασμένες πόρνες και κάτι το ιερό που πρέπει να καεί και το ξέρει)
δεν λέω τίποτα, την κοιτάζω να σέρνεται στα σκεπάσματα

-τα μάτια σου είναι υγρά, η φωνή μου στριγκή, τα μάτια σου στριγγλίζουν, το αιδοίο μου στραγγαλίζει τη γλώσσα σου, μυρίζει σαν αίμα, το μυρίζεις, η φωνή μου είναι υγρή, υγρή

(βλέπω την κηδεία των δικών μου, εκείνη είναι εξαδέλφη μου, μου ρίχνει δυο χρόνια και δυο πόντους, έχει μαύρες πέρλες στα αυτιά της, κοιτάζω τα αυτιά της ενώ κλαίει μπροστά απ' το φέρετρο, κοιτάζω τα αυτιά της σε όλη την κηδεία, αγγίζω με το χέρι μου τον γοφό της, νομιζει ότι καταλάθος, με αγκαλιάζει, με το δάκτυλό μου αγγίζω το αιδοίο της είναι τρομακτικά υγρό όπως τα μάτια της, νομίζω πως αν τη σφύξω θα φτιάξει μια μικρή λίμνη γύρω μας και δεν θα υπάρχουν πια οι ζωντανοι συγγενείς που θα κλαίνε, ούτε θα είναι πια η εξαδέλφη μου)

-η λίμνη των οστών, έτσι την λένε είναι το καταφύγιο των άλαλων πουλιών, μια λίμνη με γύρω οστά από κυνηγούς. εκεί ήμουν όταν με βρήκαν αλλά ήμουν μόνη

τεντώνει τα χέρια και αγκαλιάζει τα σκεπάσματα, τα συγκεντρώνει όλα ανάμεσα στα χέρια της, φτιάχνει ένα βουνό από σεντόνια


(είναι σαν διάολος, ενώνει διάσπαρτα κομμάτια ψαριών μέσα μου τα ενώνει με μέλη από βουβάλια, φτιάχνει ζώα στο μυαλό μου που δεν έχω δει ποτέ, είναι σαν διάολος το βλέμμα, τώρα είμαι εμβρυακός, μια χαλασμένη νότα που την ψαχουλεύει, την διαπερνά, αλλά δεν ακούγεται όπως παλιά - είναι σαν φάλαινα, είναι φα. . .)

σκέφτομαι αλλά δεν μιλάω, δεν της μιλάω. τώρα τα πόδια της παίρνουν το σχήμα μιας νότας που με νανουρίζει όπως τους διάττοντες σφαγμένους εραστές της, όπως τους θρήνους σε υπόγειες μινόρε φονικές ματιές, τώρα είναι φα.
 φα δίαιση


Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

γυναίκα άφθαρτη κοιτάζει μέσα από καλειδοσκόπιο

περιμενω τη μερα που θα τρελαθω σαν δωρο
έρχεται και φεύγει η σκιά σαν πειραγμένη μελωδία πάνω σε καμβά
χωρίς υστερόγραφο 

βλέπω τη λέξη να βγαίνει πυχτή
απ' το στόμα 
σα μελάνι, στο χώμα με τον πιο υστερικό κρότο

η λέξη είναι τώρα κενή
η λέξη βγήκε μετά από το σπάσιμο των χαρακτήρων 
ενός βασανιστικά ατελείωτου έργου
στο κεφάλι μου

βήχω όπως σπάνε τα μολύβια μετά από τη διάλυση των νευρώνων

είναι πυρετικό και ανίκανο να αντέξει μια μελωδία βγαλμένη από δίκανο

είναι δυσοίωνο, δεν υπάρχει για να αρέσει
δεν είναι για άλλους. δεν είναι ούτε μια κίβδηλη απόπειρα αυτοκτονίας 
οι νότες άηχες ξεψυχούν μέσα στους θρίαμβους της μαύρης κόρης του οφθαλμού

παντού σημεία πέρα απ' τα οποία βρίσκεται σε άλλο χώρο
σημεία καμπής - για άλλους τρόμος για εσένα λύτρωση που κάτι σε εφνιδίασε

μετράω με τους παλμούς μου τις όμορφες λέξεις που ειπώθηκαν
και με δύσπνοια τις προφέρω στις ασθενικές κόρες με τα άσφαιρα
που εκλιπαρούσαν για το θάνατο στις εκκλησίες

οι φωνές μου μιλάνε στα σφαγμένα ζώα
και τους λένε 
πως τίποτα δεν στέκεται από μόνο του
πάντα από πίσω κάτι πρέπει να το στηρίζει
και από πίσω ένα άλλο
κι όλα περιμένουν από κάτι αυθύπαρκτο να τα δικαιώσει

κι αυτό το αυθύπαρκτο εγώ στη μήτρα του ερέβους
με γογγυσμένο σπέρμα και μισό μυαλό
να γρατζουνάω, να γρατζουνάω 

να γρατζουνάω λυσσασμένη χαιρετάω τους ανθρώπους
ελίσσομαι σε δίδυμο ερπετό, σε ανάστροφη γη
περιστροφική φυγή όπου όλα φεύγουν και εκκενώνουν και πάλι κάπου ξαναεννόνονται
διαβολικά, συμμετρικά, με μητρικό γάλα, με ασβέστιο
με αντικαταθλιπτικά, με σχιζοειδείς φίλους, που τελικά είναι οι ίδιοι 
αλλά αυτοί είναι πάντοτε σαν φίλοι

ποτέ δεν είμαι εγώ, πάντα είναι οι άλλοι οι διεστραμένοι ποτέ εγώ

εγώ στην κλινική, εγώ δύοντας το πρόσωπο λέω την πιο ακατάλληλη λέξη

κανείς δε θυμίζει τα λείψανα του πρώτου ανθρώπου που αναμύχτηκα
η ανάμυξή μου ξεκολλάει και μεταγγίζετε σε πρόσωπα, πρόσωπα ξένα, πρόσωπα 
τόσο οικεία σχεδόν τρομαχτηκα, 
η λέξει κλαίει μελανιάζει το απόσταγμά της
είμαι ένας κοινός φίλος απ' αυτούς που συνηθίζουν να πέρνουν μορφές γύρω μου
η φύση μου τεντωνεται στην όψη άλλων
οι άλλοι με στραγγαλίζουν αλλά δεν είναι καν αυτοί
δεν υπάρχει κανείς στο χώρο ούτε καν ο αέρας, ούτε η μιμιτική μου ικανότητα
ούτε η κίνηση των χεριών μου όταν με διώχνουν απ' το σώμα μου

η μορφή μιας φυγόκεντρης πεταλούδας
η μάνα του σύμπαντος είναι παρθένα
η πιο φουσκωμένη κοιλιά τρύπησε μέσα μου
τρύπησε και κάθε ένα έβδομο του δευτερολέπτου όλα πεθαίνουν στο μυαλό μου
κομμένο / ραμμένο π ερίτεχνα σ' έναν πυθμένα χωρίς νόηση
η αηδειαστική νοηματοδότηση των πλήκτρων στην κλειτορίδα του χρόνου φταίει
τα πλήκτρα γεννούν πλήκτρα κι άλλα πλήκτρα γεννούν κι άλλες κλειτορίδες και
κλειτορίδες
κι ο χρόνος αυνανίζεται βουβά κι αποφθευγατικά λέει πως περνάει 
ο χώρος μυρικάζει τα υγρά - σιγοκαίγομαι

είμαι ένα μολυσμένο δάχτυλο σ' ένα παιχνίδι που δεν ορίστηκε ακριβώς

μένω στεγνή μετά την τελετουργία /  μένω στεγνή ξαπλώνω στο πάτωμα
σκοτώνω ένα μικρό σκαθάρι
σκοτώνω και μετά νιώθω κρύο στα μπούτια μου / είναι η τροχιά ελλειπτική, αλλά 
δεν είναι αυτό που λείπει απ' αυτό που πάντα έλλειπε για να λείπει
-γελάω-
μασάω ένα φουστάνι, φουστάνι όμορφο από ύφασμα ακριβό
φουστάνι από παλιά δικό μου ξεθωριασμένο / φουστάνι πριν από καιρό / ήταν μια 
όμορφη γυναίκα 
πριν από καιρό χωρίς φωνή έλεγε πως θα πεθάνουμε και γέλαγε καθώς 
την ξύριζα εκεί στις φωνητικές χορδές της / γυναίκα διαβολική
κοιτάζει μέσα από ένα κορίτσι που τρώει τα νύχια του

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

ο ποιητής μινόταυρος
παίζει με τα στάχια του
στο λαβύρινθο

κι όλο κοιτάζει
τον θησέα να έρχεται
κι όλο έρχεται και τον σκοτώνει
ξανά και ξανά
κάθε φορά που κάποιος
εξιστορεί το μύθο

μα δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν
ο μινόταυρος

αλλά γιατί έμεινε στην ισορία
ως τέρας;

εγώ τα είδα

τα στάχια του
σχημάτιζαν
πληγές

κοιτώντας ένα νεκρό ψάρι που δεν ξεκολλάει απ την παλάμη μου

είναι μέρες που δαμάζω τον θάνατο σαν κάτι απρόοπτα δικό μου
και είναι μέρες που κινούμαι γύρω απ το σφαιρικό κλουβί
που πάντα περιέχει το ομοίωμα ενός κουλουριασμένου άντρα

η φωνή μου πάλλεται σε συχνότητες μεγάλων σιωπών
που ανακυκλώνουν το σώμα μου σε λέξεις

όλη μέρα ξεβράζω θαλάσσια κήτη
και μετά
τα μνήματά τους στο δωμάτιο
ραντίζω που και που με λύσσα
ενώ ένα ένα ξεκολλάνε τα μέλη μου
και τρέχουν μακριά μου
μα ποιος έδωσε πρόσωπο στη σύγχυση;
ποιο αναλγητικό νανουρίζει καλύτερα τα βράγχια;

ένα αιδοίο θηλυκής αμοιβάδας
ρουφάει αργά τη σπονδυλική μου στήλη
μένω αναίμακτη όσο και λάγνα
στο κατατονικό περίβλημα του δέρματος

έχω χέρια που μασάνε κοράλλια
χέρια μιας χρήσης
και χέρια για να γαργαλάω τους μελλοθάνατους ήχους 
που αφήνει το μπλε καθώς νυχτώνει
χέρια για ξεκοκάλισμα και χέρια νόθα 
βοηθητικά στη μετενσάρκωση, σε περίπτωση βλάβης

η αυτονόητη γέννα του φόνου
ντύνεται γυναίκα και με αγκαλιάζει 
γίνομαι συρμάτινη και της τσιμπάω τις ρώγες

παίζουμε ένα παιχνίδι;
ένα μνήμα για σένα ένα για μένα
μου λέει και αρχίζει να κλαίει στα ψέματα
έχω κολλώδη δάχτυλα εδώ και μερικά λεπτά
μετράω τους πολυελαίους στο πρόσωπο ενός κτήνους
αυτός που φωτογράφησε το βλέμμα μου μέσα απ' το ενυδρείο
αυτοκτόνησε, μόνο αυτό τόνισαν στις ειδήσεις των οκτώ


το ψάρι μου αρχίζει να αποκτά πολλούς μαστούς
κι όλο με ρωτάει αν θα το βυζάξω
αλλά δε το νοιάζει αυτό

το λέει
γιατί νομίζει ότι μετά θα το πνίξω