Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

αιμόπτυση (για το νέο έτος)




Ήταν πεσμένοι πάνω απ’ τα σύρματα και προσπαθούσαν να τους τραβήξουν προς τα έξω.

Η νεκρή αδερφή μου κειτόταν λιπόθυμη μπροστά στα γυμνά μου πόδια

Ο  Αδόλφος πλησίασε ύπουλα τα νεκρικά σεντόνια μου προσπαθώντας να σπάσει την παρανοϊκή σιωπή που μας διέλυε μέσα στη νύχτα.

Η φυγή μου θέλω κάποτε να τους σημαδέψει μ’ ένα μαχαίρι στο κούτελο.

Κάτι απ’ αυτό το αγόρι με τρώει υπόκωφα, χωρίς να νιώθω το σώμα μου

Με παραλυμένα χέρια και σβηστά μάτια υποκλίνομαι στο χάος που μου δίνεται.

Η η πρώτη νύχτα του χρόνου, σ’ ένα βουνό, μ’ ένα λαβύρινθο για ψυχή και μια αναμαλλιασμένη φίλη, ξεδοντιάσαμε τα έθιμα με παρεκκλίσεις και λεηλασίες

Στην πιο άγρια δυναστεία της τέχνης μας.

Παρατηρώ κινήσεις και ενορχηστρώσεις  με σπασμούς από την κλινική μου, κι ανασαίνω πρόστυχα για κάθε τους  μαρμαρωμένο βλέμμα, μια απουσία αλγοριθμική σέρνεται στον σαπισμένο τοίχο του νοσοκομείου

Σιχαμένοι απ’ την ξεφτισμένη γλύκα, ανακατεύομαι στα φώτα και ξύνω με μανία τα σεντόνια.

Ο Αδόλφος ήρθε και μου έκανε έρωτα πάνω απ’ το πτώμα της νεκρής αδερφής μου, ήταν η πιο κατασπαραγμένη νύχτα, μια ηδονή  μακριά απ’ το ανθρώπινο είδος, μια αποκτήνωση αλλοτινή.

Μια λύσσα μου ούρλιαζε πως τόση κάλπικη ευτυχία δεν χωράει στο στομάχι μου, τα ψέυτικα χαμόγελα, η σκέψη μου τα κέρναγε αιχμηρές σκηνές από απαγορευμένα φιλμ, και τα ποτά που πίναμε μύριζαν νέφτι, στην υπόγεια διάβαση το γλέντι μου είχε υπόσταση

Με πρόσωπα σκισμένα και βουβά, οι ιδέες και οι πυρκαγιές της ανθρώπινης σάρκας μύριζαν παντού γύρω μου, σ’ αυτή την πόλη

Μακριά απ’ όσα είδα, οι εικόνες του μυαλού μου πιο πραγματικές, λυτρωτικές κι ασύμβατες

Καλλιέργησαν μέσα μου το χλευασμό για την εικόνα σας

Σάπια χαμόσπιτα φτιάχνω με πλαστικές νυχτερίδες και ποτίζω τα μαύρα φύλλα των  φυτών που η υπόστασή τους με ξεπερνά και με διαλύει

Κι όποιος δεν τα χασε ποτέ τα λογικά του, τη μεγαλύτερη καύλα της αυταπάτης  δεν την άγγιξε, κατάρα της εποχής  να μην δεις τ’ ασυνάρτητα

Όταν τα ψήγματα αλήθειας πωλούνται με το μέτρο, πώς ν’ αντέξεις;

Εδώ σωπαίνουν οι μεγάλες λέξεις και χειροκροτάτε τη μακρά διαμελισμένη αυτή παράσταση.

Ο Αδόλφος έχασε τα λογικά του, στο πλατύσκαλο ξεψύχησε φορώντας το σεντόνι της  πιο δυνατής μου ηδονής, όταν τον κράτησα στα χέρια μου με ξεραμένα χείλη κι αγωνία, το βλέμμα του καρφώθηκε στο στέρνο μου και τα’ άγρια πτώματά τους μου γλυκαίνουν την ψυχή

Μέσα στους πιο αληθινούς ανθρώπους είδα τα πιο σκληρά κομμάτια μου,  μέσα στην αυτοκαταστροφή σου είδα την άνοιξη

Πόσο με κατέρρεε αυτή η άγρια ομορφιά στις έξι τα χαράματα

Όταν με φίλαγες στον ύπνο σου να μ’ αναστήσεις

Σε κάποιο τρένο, σε μια άλλη Άβυσσο,  διαβάζαμε τους καταραμένους

Κι όλο γονάτιζε μπροστά μου η συνείδηση και το μυαλό μου γύρναγε αδέσποτο στις φλέβες σου

Πόσο βαθιά ορίζεται η αγάπη όταν όλα γύρω παραπαίουν κι οι λέξεις μοιάζουν με συμβάντα στις ειδήσεις;

Σε γυροφέρνω χρόνια τώρα, σπάζω τα θεμέλια της λογικής μου

Μόνο να μην σου μοιάσω τόσο κι αφαιθώ  ολόκληρη στο έλεός σου

Τότε αλίμονο, ποια λέξη θα με συνεφέρει και ποιος φόνος θα με αναγεννήσει

Ο θάνατος  αργά  συμβάδισε με την ριπή του χρόνου, καταδίκασε

Το πρόσωπο σχίζω μ’ ένα λεπτό μαχαίρι, σαλεμένη απ’ τη φρίκη, το θύμα μου πρέπει να μαχαιρωθεί στο πρόσωπο

Ο θεός μέσα μου προστάζει «φόνος!» φόνος!», και ένα αόρατο χέρι με καλεί στα ανεξιχνίαστα της ύπαρξης

Στην τελευταία λέξη της ενόρασης, μια προσταγή, μια θολωμένη ιδέα, μια καταδίκη

Όταν ο χρόνος παγιδεύεται, θα τον ξεθάψει ο φόνος

Όταν το βλέμμα καθαρίζει κι η ψυχή εξαγνίζεται

Ξέρεις πως έχεις κάνει αυτό που πρόσταζες στον ύπνο σου το κουρδιστό παιχνίδι με το πρόσωπό σου να κάνει

Μια για πάντα παραδέξου την ερειπωμένη ψυχή

Χωρίς τα τρίσβαθα και τα δαιμόνια δεν θα υπάρξει αληθινή ξαγρύπνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου