Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

συριγγα

έχω βαρεθεί να βλέπω συνέχεια το ίδιο και το ιδιο πρόσωπο.
σαν αναίμακτη μετάγγιση με διαπερνάει η άπνοια αυτού του προσώπου.
άλλαζα σχήμα περιμετρικά με γειωμένο βλέμμα και μαχαίρια στα μάγουλα, στάμπες
ή λιθοσκότεινα σαν σκαλοπάτια από βαριά περίστροφα, τα χείλη εκστατικά
και τόσο μόνιμα, με ικεσίες και σφιγμό, με άσχημα τραγούδια
ο πάταγος μου ρίμαξε τη γλώσσα και τους εκατό γιούς μου
η δίπλα φύση κάνει αγώνα δρόμου με τα ματωμένα πέπλα
μπαλωμένα σε υπονόμους χωρίς νόμους, σε λέξεις άνευρες
νωχελικά τρομάζω την αγρύπνια
και ο λήθαργος μοιράζεται στα δύο
σαν πόρνη κάνει έρωτα στο νου και στην ψυχή
ταυτόχροναοι
πιέζω τε τα χέρια αυτό το δύσμορφο παραμορφωμένο θηρίο
το πρόσωπο
με μια βελόνα με τρυπάνε οι διαχωρισμένοιν εαυτοί
έκαναν ανταρσία στο πρόημο παιδί των φόβων και των πυρωμένων αλόγων
και φεύγει, φεύγει προς το χάος η παραμορφωμένη μου φωνή
σέρνοντας κόσμους ασαφείς στα πλέγματα με άροτρα, φωνές,
τους σέρνους, σκλάβους και ομοφυλόφιλα κορίτσια με σπαραγμένα χείλη
τρέμουν, οι ανάποδοι Χριστοί των κοιμισμένων λόγχων
το σατανικό μου νανούρισμα
προς τη μητέρα της κραυγής και της μετάνοιας
με αλισοπρίονα κόβουν μέρη του εγκεφάλου και του σώματος
αφήνοντας μια υπόνοια τρυφερής ανάμνησης
επινοήματα άρρωστων παιδιών
από νοσοκομεία και σταθμούς με ανθρώπους πυρετικούς
και άνευρα κατασπαράγματα θνησιγενούς τρέλας
φόρεσα το μανδύα της πιο απάνθρωπης γης
αυτής που ιδεογράμματα φώτιζαν κρέμασαν την απελπισία
στο σταυρό
και μ' ενα νεύμα, σκότωσα χωρίς να αγγίξω καν τη Μητέρα
αυτή που πλάγιαζε τα βράδια με θηρία και τέρατα
τους έλεγε αστεία στο διπλανό δωμάτιο
πώς τάχα εγώ, η κόρη των σεισμών, γεννήθηκα τη λάθος μέρα
σε μια άτσαλα ορισμένη αναταραχή των συνειδήσεων
με τα μυαλά τους παραμορφωμένα με γεννήσαν
χωρίς να ξέρουν τι μπορούσε αυτό να επιφέρει
και πάλι συνομιλώ με τη νεκρή Μαμά -Παράνοια
και της ουρλιάζω πώς εγώ τη σκότωσα, εγώ με το ταλαιπωρημένο κεφάλι
πώς πρώτη μου φορά ήξερα τι έκανα και πού ανήκω
και ύστερα όλα γυρίζουν προς τα χέρια μου
οι κάμερες στρέφονται στα τρυπημένα μου μανήκια
και αρχίζω πάλι να ουρλιάζω μαδεν ακούω τη φωνή μου
δεν ακούω τίποτα
βουίζει μέσα μου η φρίκη την τρυπάω με σύρματα
ξανά με σύρματα το κορμί της παραπονεμένο μου ζητάει έλεος
έλεος! είναι μόνο ένα κουφάρι πια γιατί συνεχίζεις
γιατί γιατί γιατί
γιατί συνεχίζεις
να κουφαίνεσαι απ' την ασίγαστη παρόρμηση του νου σου
πρόσεξε! τώρα γυμνοί βγαίνουν απ' τις τρύπες του σώματός της οι άνθρωποι
μικρά μικρά ανθρωπάκια με σχισμένα μάτια, τυφλωμένα βγαίνουν απ' τ' αυτιά και το στόμα της
"μητέρα" λέω, "σε σιχαίνομαι", και συνεχίζω να τρυπάω και να ρουφάω το αίμα απ' τις
αρτηρίες, ποντίκια κι ερπετά βγαίνουν απ' τους πόρους του δέρματός της
τα βυζιά της είναι ηχεία, μεγάλα τεράστια ηχεία που ξεζουμίζουν και βγαίνουν
ήχοι απόκοσμοι
και απονευρωμένοι, κάπως στριγγοί
και όσο συνεχίζω να την ξεκοιλιάζω βγαίνουν, κι άλλα, κι άλλα όντα από μέσα της,
όλο και πληθαίνουν, κινούνται βίαια, λυτρωτικά, απ' τα νεφρά της βγαίνουν παράξενα όντα
πρώτη φορά τα είδα στη ζωή μου, μα δεν τα θυμάμαι καλά
ήμουν σε μεγάλο πυρετό, και μες τα μπούτια της κυλάει αίμα πυχτό, πολύ πυχτό σαν
να βγαίνει από πηγή αντί για νερό, λάβα, και μέσα απ' το αιδοίο τις βγαίνουν κορίτσια μικροσκοπικά
με ματωμένες μήτρες που στις μήτρες του έχουν άλλα κοριτσάκια πιο μικρά
και μέσα από τα μπούτια της βγαίνουν αγόρια, πολλά, με διαλυμένα μέλη,
αρπάζονται απ' τα κορίτσια και τους δαγκώνουν τα μικρότερα κοριτσάκια στις μήτρες τους
κι εγώ συνεχίζω να βαράω με λύσσα το κουφάρι
μέχρι να βγεί από μέσα υγρό πυχτό, ιερό χύσι και πορσελάνινα μέλη από κούκλες
τόσο πολύ που αναμυγνεύεται με το αίμα και το ξεπλαίνει, το αφοπλίζει
και τα μικρά πλάσματα, όλα χάνονται μέσα σ αυτό το υγρό
κι εγώ ανάμεσα στον οργασμό και την καταστροφή μου
σταματάω πια να ξεκοιλιάζω το κουφάρι
έχει πια γίνει μια άμορφη λευκή μάζα από κόκκαλα
έχω ταχυπαλμία αλλά ηρεμώ, ηρεμώ.....
ηρεμώ.

κάθομαι στο σκοτάδι και ψιλαφώ το αίμα στα μπούτια μου.
τα μάτια μου είναι κλειστά και τώρα μισανοίγουν, όμως δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα.
ψιλαφώ τα μπούτια μου, τω σώμα μου όλο, είμαι γυμνή.
νιώθω υγρά παντού γύρω μου, το στήθος μου βγάζει γάλα!
γάλα, παχύ λευκό γάλα κυλάει παντούπασαλείβω μ' αυτό το πρόσωπό μου
βάζω στη χούφτα μου γάλα και το πίνω.
ζαλίζομαι ακόμα, αλλά στις φλέβες μου νιώθω να κυλάνε
γάλα, και μέλι και ένας ρυθμός σαν νανούρισμα με τη μορφή φλέβας
μέσα μου
με παρακινεί να χαμογελάσω στον Πατέρα Θάνατο
και το γέλιο μου ηχεί στο σκοτεινό δωμάτιο και μου αντιγυρίζει
πιο βαθύ και πένθιμο
σαν γέλιο κάποιου άλλου.

δεν ήταν κανείς άλλος εκεί να το δει ή να το ακούσει
αυτό το γέλιο όμως είναι ραμένο πια στις φλέβες μου
και πάντοτε με διώχνει απ' τον κόσμο
σαν να μου μιλάει με απόλυτη στοργή και λύσσα μαζί
μου λέει "κάτσε και μάζεψε όλα τα μικρά πτώματα
απ' το δωμάτιό μου, και φύγε, φύγε, μακρία
να μην σε ξαναδώ."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου