Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

σερβίροντας γλυκό του κουταλιού σε αόματους δρυοκολάπτες

τα δάχτυλα μου ακουμπούν πάλι την ταράτσα.
είναι μέρα μεσημέρι και τελικά μετάνιωσα να αυτοκτονήσω
και τώρα προσπαθώ να σκαρφαλώσω και να αναρριχηθώ.
ποτέ δεν είχα καμία σχέση με την ορειβασία και είναι κάπως παράξενη αυτή η στιγμη.
καθώς το σώμα μου τραντάζεται σκέφτομαι την αδερφή μου με τη μεταξωτή της πιζάμα
να με κοιτάζει στα μάτια σαν να μου λέει "εγώ στα έλεγα, δε στα έλεγα;"
μέσα από την αιώνια μητέρα μου, αυτή με τα πετράδια στα μαλλιά και τα μπαρόκ σκουλαρίκια
είδα ξανά να αιωρείται η υπόνοια της συντριβής της, όμως δεν είχα το χρόνο να αφήσω τη σκέψη μου να επεκταθεί σ' αυτό.
κάπως δάκρυσα πασχίζοντας να ανέβω πάλι στην ταράτσα και μια ευφορία με διαπερνούσε καθώς ο κρύος αέρας της στενάχωρης γειτονιάς μου έμπαινε μέσα απ' τις τρύπες της μάλλινης ζακέτας μου.
αν είχα μόλις πριν πεθάνει, ίσως τώρα σ' ένα παράλληλο σύμπαν να ήμουν ο θρύλος της ορειβασίας
που με χέρια γρανάζια και πόδια καρφιά, σκαρφάλωνα χωρίς κανένα στήριγμα στα πιο μετέωρα λόγια, κοριτσιών που κάποτε αναδιπλώνονταν στα κρεβάτια τους όσο τους διηγούμουν τη θλιβερή ιστορία μου. "μόλις ανέβω, θα πάω μια μεγάλη βόλτα, θα γυρίσω όλη την πόλη μέχρι να ματώσουν οι φτέρνες μου. κι όταν γυρίσω θα βγάλω τα παπούτσια μου, αλλά δεν θα θέλω να κοιμηθώ. θα τριγυρίζω μες το σπίτι ή θα αρχίσω να παίρνω τηλέφωνα. θα μιλάω μέχρι να με βαρεθούν όλοι κι ύστερα θα γράψω τα όσα σκεφτόμουν καθώς πήγα να πέσω." βάζω όλη μου τη δύναμη και με μιας βρίσκομαι ανακούρκουδα στο τσιμέντο της ταράτσας. από εδώ φαίνεται όλη η πόλη, τα συντρίμμια των οικοδομών και οι μικροσκοπικοί άνθρωποι, κι αυτό με ανακουφίζει κάπως και αφήνομαι στα χέρια της μητέρας μου, που μόλις ήρθε και με αγκάλιασε με τα καυτά της δάκρυα.

1 σχόλιο:

  1. Μια μεγάλη όμορφη δυνατή πολύχρωμη πεταλούδα που άφησε πίσω τη χρυσαλλίδα, αλλά δεν έχει σπάσει ακόμα το κουκούλι της κάμπιας. "Μια πεταλούδα που δαγκώνει τα φτερά της"....
    Θαυμαστό λεπιδόπτερο, ήρθε η ώρα για τη μεγάλη Έξοδο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή