Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

παρά λίγο άνοια

"γονάτισε" είπε ο υπαίτιος της κατάρρευσης του φωτιστικού, και τα αιμοσφαίρια άρχισαν να χορεύουν παράλογα στο αρσενικό κορμί μου, κάτι σαν αλλοίωση του φθισικού μου πλέγματος, "εγώ;" απαντά με χάρη το κορίτσι των ενστίκτων με βλέμμα κατακόρυφο και πλαγιασμένη στο πλατύσκαλο σαν άφτερο κοτόπουλο. "εσύ" λέει ξανά ο σαρκοβόρος θνητός ξύνοντας υπαινικτικά τη μασχάλη του και πασπατεύοντας τα βλοσυρά κουλουράκια που τόση ώρα αναμένουν την επαφή με τη γλώσσα του. εκείνη γονατίζει σαν καρυδότσουφλο και αρχίζει με τα νύχια της να γδέρνει το ακριβό νυχτικό, δώρο της γιαγιάς της με μεταξωτή απόληξη. κοίταζα τα κομμάτια γυαλιού, κατάκοιτος, και οι χοντρές παλάμες μου τα ψιλαφούσαν όσο τα έφτανα απ' το σπασμένο μου κρεβάτι, το πιο αρχαίο φωτιστικό του παλατιού είχε μόλις αποικοδομηθεί και η φωνή μου μόλις που ακουγόταν στα ίδια μου τα αυτιά. αυτό το κορίτσι είχε σωριαστεί μεταξύ φόντου και περιθωρίου στο οπτικό μου πλάνο και κάτι απ' τον αλαζονικό δόκτορα μόλις είχε διαλυθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου