Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2015

γυναίκα άφθαρτη κοιτάζει μέσα από καλειδοσκόπιο

περιμενω τη μερα που θα τρελαθω σαν δωρο
έρχεται και φεύγει η σκιά σαν πειραγμένη μελωδία πάνω σε καμβά
χωρίς υστερόγραφο 

βλέπω τη λέξη να βγαίνει πυχτή
απ' το στόμα 
σα μελάνι, στο χώμα με τον πιο υστερικό κρότο

η λέξη είναι τώρα κενή
η λέξη βγήκε μετά από το σπάσιμο των χαρακτήρων 
ενός βασανιστικά ατελείωτου έργου
στο κεφάλι μου

βήχω όπως σπάνε τα μολύβια μετά από τη διάλυση των νευρώνων

είναι πυρετικό και ανίκανο να αντέξει μια μελωδία βγαλμένη από δίκανο

είναι δυσοίωνο, δεν υπάρχει για να αρέσει
δεν είναι για άλλους. δεν είναι ούτε μια κίβδηλη απόπειρα αυτοκτονίας 
οι νότες άηχες ξεψυχούν μέσα στους θρίαμβους της μαύρης κόρης του οφθαλμού

παντού σημεία πέρα απ' τα οποία βρίσκεται σε άλλο χώρο
σημεία καμπής - για άλλους τρόμος για εσένα λύτρωση που κάτι σε εφνιδίασε

μετράω με τους παλμούς μου τις όμορφες λέξεις που ειπώθηκαν
και με δύσπνοια τις προφέρω στις ασθενικές κόρες με τα άσφαιρα
που εκλιπαρούσαν για το θάνατο στις εκκλησίες

οι φωνές μου μιλάνε στα σφαγμένα ζώα
και τους λένε 
πως τίποτα δεν στέκεται από μόνο του
πάντα από πίσω κάτι πρέπει να το στηρίζει
και από πίσω ένα άλλο
κι όλα περιμένουν από κάτι αυθύπαρκτο να τα δικαιώσει

κι αυτό το αυθύπαρκτο εγώ στη μήτρα του ερέβους
με γογγυσμένο σπέρμα και μισό μυαλό
να γρατζουνάω, να γρατζουνάω 

να γρατζουνάω λυσσασμένη χαιρετάω τους ανθρώπους
ελίσσομαι σε δίδυμο ερπετό, σε ανάστροφη γη
περιστροφική φυγή όπου όλα φεύγουν και εκκενώνουν και πάλι κάπου ξαναεννόνονται
διαβολικά, συμμετρικά, με μητρικό γάλα, με ασβέστιο
με αντικαταθλιπτικά, με σχιζοειδείς φίλους, που τελικά είναι οι ίδιοι 
αλλά αυτοί είναι πάντοτε σαν φίλοι

ποτέ δεν είμαι εγώ, πάντα είναι οι άλλοι οι διεστραμένοι ποτέ εγώ

εγώ στην κλινική, εγώ δύοντας το πρόσωπο λέω την πιο ακατάλληλη λέξη

κανείς δε θυμίζει τα λείψανα του πρώτου ανθρώπου που αναμύχτηκα
η ανάμυξή μου ξεκολλάει και μεταγγίζετε σε πρόσωπα, πρόσωπα ξένα, πρόσωπα 
τόσο οικεία σχεδόν τρομαχτηκα, 
η λέξει κλαίει μελανιάζει το απόσταγμά της
είμαι ένας κοινός φίλος απ' αυτούς που συνηθίζουν να πέρνουν μορφές γύρω μου
η φύση μου τεντωνεται στην όψη άλλων
οι άλλοι με στραγγαλίζουν αλλά δεν είναι καν αυτοί
δεν υπάρχει κανείς στο χώρο ούτε καν ο αέρας, ούτε η μιμιτική μου ικανότητα
ούτε η κίνηση των χεριών μου όταν με διώχνουν απ' το σώμα μου

η μορφή μιας φυγόκεντρης πεταλούδας
η μάνα του σύμπαντος είναι παρθένα
η πιο φουσκωμένη κοιλιά τρύπησε μέσα μου
τρύπησε και κάθε ένα έβδομο του δευτερολέπτου όλα πεθαίνουν στο μυαλό μου
κομμένο / ραμμένο π ερίτεχνα σ' έναν πυθμένα χωρίς νόηση
η αηδειαστική νοηματοδότηση των πλήκτρων στην κλειτορίδα του χρόνου φταίει
τα πλήκτρα γεννούν πλήκτρα κι άλλα πλήκτρα γεννούν κι άλλες κλειτορίδες και
κλειτορίδες
κι ο χρόνος αυνανίζεται βουβά κι αποφθευγατικά λέει πως περνάει 
ο χώρος μυρικάζει τα υγρά - σιγοκαίγομαι

είμαι ένα μολυσμένο δάχτυλο σ' ένα παιχνίδι που δεν ορίστηκε ακριβώς

μένω στεγνή μετά την τελετουργία /  μένω στεγνή ξαπλώνω στο πάτωμα
σκοτώνω ένα μικρό σκαθάρι
σκοτώνω και μετά νιώθω κρύο στα μπούτια μου / είναι η τροχιά ελλειπτική, αλλά 
δεν είναι αυτό που λείπει απ' αυτό που πάντα έλλειπε για να λείπει
-γελάω-
μασάω ένα φουστάνι, φουστάνι όμορφο από ύφασμα ακριβό
φουστάνι από παλιά δικό μου ξεθωριασμένο / φουστάνι πριν από καιρό / ήταν μια 
όμορφη γυναίκα 
πριν από καιρό χωρίς φωνή έλεγε πως θα πεθάνουμε και γέλαγε καθώς 
την ξύριζα εκεί στις φωνητικές χορδές της / γυναίκα διαβολική
κοιτάζει μέσα από ένα κορίτσι που τρώει τα νύχια του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου