Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

φα δίαιση

-ολοι υποκαθιστουν τους εαυτους τους μεσω ρολων!

ειπε και ξάπλωσε με τα πόδια ανοιγμένα στο σχήμα που εχω οραματιστεί τη φυγή της

(οι νυχτες χωρις πρόσωπα ειναι δύσκολες, καρδιά μου, αλλά τα πρόσωπα χωρίς νύχτες δε μονολογούν, γιατί δεν μου απευθύνεσαι)

σκέφτομαι να της πω αλλά δεν το λέω
-νυστάζει το έρεβος όταν βλέπω τους ανθρώπους ως κάτι δυναμικά ασθενές

(είσαι πανέμορφη όταν αναβοσβήνουν οι άντρες και οι πτώσεις τους μοιάζουν με τα δάχτυλά σου)
σκέφτομαι. είμαι υπομονετικός.

τα πόδια της σαλεύουν σαν την οργή του Θεού

-όταν μιλάω είναι σαν να υπνοβατώ προς τη φράση που θέλω να πω, σαν να χουζουρεύω στην αναμονή μιας απάντησης.

(ξυπνάς ποτέ όταν μεταγγίζονται σιωπές;)
θα το πω
-όχι, με προλαβαίνει βραχνή-

-η μονομανία είναι μερικές φορές ένα χάρισμα, το χάρισμα είναι μερικές φορές μόνο

(είναι κόκκινη τώρα, πολλή κόκκινη, φέγγει από κόκκινο φως, είναι κόκκινη!)

-χθες βράδυ ήταν όλοι εδώ κι εγώ γέλαγα συνεχόμενα, υστέριζα μπροστά από κόκκινους καθρέφτες.
τώρα δεν είσαι εδώ

(οι νύχτες χωρίς πρόσωπα είναι δύσκολες, με πρόσωπα αφόρητες, είμαι βουβός σαν κινηματογράφος, σαν αυτιστικός μονομάχος - μια γυναίκα μου γλύφει τα πόδια και γελάει, το γλεντάει τσιρίζει- γύρω άνθρωποι, φωνές, με γλύφει και με σφίγγει, γελάει)
η σκέψη μου φεύγει

-μερικές φορές με κοιτάς σαν αφηρημένος καθρέφτης, ξεχνάς να με απεικονίσεις και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, είναι. . .

(είναι σαν να μην είσαι εδω; αυτό πήγε να πει αλλά δεν θα το πει, είναι κόκκινη, πολύ κόκκινη για να το πει)

αγκαλιάζεται με τα γυμνά της χέρια και ύστερα με το σεντόνι

-κάτι μέσα στους ανθρώπους αυνανίζεται με την ιδέα του χαμού τους. η νίκη του μυαλού που επιτέλους αποτεφρώθηκε το σώμα, το αχόρταγο βαρετό σώμα, αλλά πάλι αυνανίζεται

(με μπερδεύει, δεν μιλάει πια για ανθρώπους πια για νύχτες και νύστες, λέει για μυαλά, τρέχει αλλού, ποιος αυνανίζεται, ποιο σώμα, γιατί βαριέται το σώμα της; γιατί η σκέψη της είναι ένα ερμητικό κλουβί γιατί η δική μου ένα άλλο, ερμητικό κλουβί,΄μέσα απ' τις παραβιασμένες πόρτες του βλέπω βιασμένες πόρνες και κάτι το ιερό που πρέπει να καεί και το ξέρει)
δεν λέω τίποτα, την κοιτάζω να σέρνεται στα σκεπάσματα

-τα μάτια σου είναι υγρά, η φωνή μου στριγκή, τα μάτια σου στριγγλίζουν, το αιδοίο μου στραγγαλίζει τη γλώσσα σου, μυρίζει σαν αίμα, το μυρίζεις, η φωνή μου είναι υγρή, υγρή

(βλέπω την κηδεία των δικών μου, εκείνη είναι εξαδέλφη μου, μου ρίχνει δυο χρόνια και δυο πόντους, έχει μαύρες πέρλες στα αυτιά της, κοιτάζω τα αυτιά της ενώ κλαίει μπροστά απ' το φέρετρο, κοιτάζω τα αυτιά της σε όλη την κηδεία, αγγίζω με το χέρι μου τον γοφό της, νομιζει ότι καταλάθος, με αγκαλιάζει, με το δάκτυλό μου αγγίζω το αιδοίο της είναι τρομακτικά υγρό όπως τα μάτια της, νομίζω πως αν τη σφύξω θα φτιάξει μια μικρή λίμνη γύρω μας και δεν θα υπάρχουν πια οι ζωντανοι συγγενείς που θα κλαίνε, ούτε θα είναι πια η εξαδέλφη μου)

-η λίμνη των οστών, έτσι την λένε είναι το καταφύγιο των άλαλων πουλιών, μια λίμνη με γύρω οστά από κυνηγούς. εκεί ήμουν όταν με βρήκαν αλλά ήμουν μόνη

τεντώνει τα χέρια και αγκαλιάζει τα σκεπάσματα, τα συγκεντρώνει όλα ανάμεσα στα χέρια της, φτιάχνει ένα βουνό από σεντόνια


(είναι σαν διάολος, ενώνει διάσπαρτα κομμάτια ψαριών μέσα μου τα ενώνει με μέλη από βουβάλια, φτιάχνει ζώα στο μυαλό μου που δεν έχω δει ποτέ, είναι σαν διάολος το βλέμμα, τώρα είμαι εμβρυακός, μια χαλασμένη νότα που την ψαχουλεύει, την διαπερνά, αλλά δεν ακούγεται όπως παλιά - είναι σαν φάλαινα, είναι φα. . .)

σκέφτομαι αλλά δεν μιλάω, δεν της μιλάω. τώρα τα πόδια της παίρνουν το σχήμα μιας νότας που με νανουρίζει όπως τους διάττοντες σφαγμένους εραστές της, όπως τους θρήνους σε υπόγειες μινόρε φονικές ματιές, τώρα είναι φα.
 φα δίαιση


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου